<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss xmlns:iweb="http://www.apple.com/iweb" version="2.0">
  <channel>
    <title>Greek Blog</title>
    <link>http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Greek_Blog.html</link>
    <description>Small fictional stories, poems and other relevant stuff can be found here, in the greek language.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μικρές ιστορίες, ποιήματα και απόψεις σε αυτό το Blog, γραμμένα στα Ελληνικά.</description>
    <generator>iWeb 3.0.1</generator>
    <image>
      <url>http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Greek_Blog_files/book_whitney.jpg</url>
      <title>Greek Blog</title>
      <link>http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Greek_Blog.html</link>
    </image>
    <item>
      <title>Τι μας επιφυλάσσει το Μέλλον; Η Έκτη Αίσθηση.</title>
      <link>http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Entries/2009/4/26_Ti_mas_epiphylassei_to_Mellon%3F_E_Ekte_Aisthese..html</link>
      <guid isPermaLink="false">cca7ba98-c809-4805-8035-04ac6ec8c50a</guid>
      <pubDate>Sun, 26 Apr 2009 12:03:12 +0300</pubDate>
      <description>Αν το αναλογιστούμε, η τεχνολογική εξέλιξη έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο τη φορητότητα των συσκευών όπου πλέον όλοι ανεξαιρέτως έχουμε ουσιαστικά πάνω μας ένα εργαλείο που παίρνει τηλέφωνο, τραβάει φωτογραφίες, κάνει λήψη βίντεο, συνδέεται στο ιντερνετ και μας ενημερώνει αυτόματα για τα e-mail, τις δουλειές που έχουμε να κάνουμε, την κίνηση στο δρόμο, είναι ακόμα και εφοδιασμένα με GPS για να συνδέονται με δορυφόρο και να μας πηγαίνουν στο προορισμό μας επιλέγοντας τη ταύτερη διαδρομή. Αυτές τις συσκευές έχει καθιερωθεί να τις αποκαλούμε «κινητά τηλέφωνα» διότι αυτή ήταν η πρώτη τους λειτουργία.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;   Τι μας επιφυλάσσει λοιπόν το μέλλον στον συγκεκριμένο τομέα; Θα έλεγε κανείς ότι η τεχνολογία περιορίζεται σε αναβαθμίσεις των προαναφερθέντων λειτουργιών καθότι φαντάζει αδύνατη η όποια ανατρεπτική εξέλιξη στο τομέα.&lt;br/&gt;Μια ομάδα ερευνητών στο MIT κατάφερε να αποδείξει το αντίθετο. Το Φεβρουάριο που μας πέρασε, οι Pattie Maes και Pranav Mistry έκαναν επίδειξη μιας συσκευής που κυριολεκτικά «τα κάνει όλα». Η εν λόγω συσκευή φοριέται στο λαιμό και είναι εφοδιασμένη με ένα μικρό, διαδραστικό προβολέα. Στον δείκτη και τον αντίχειρα του κάθε χεριού φοράει «σημεία αναφοράς», δηλαδή σημεία των οποίων τη κίνηση καταλαβαίνει ο προβολέας και δρα με ανάλογο τρόπο. Τι εννοώ;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;   Ας υποθέσουμε ότι είμαστε στο super market και θέλουμε προιόντα π.χ. διαίτης ή καθαριστικά φιλικά στο περιβάλλον. Η συσκευή αυτή θα διαβάζει το bar – code του υποψήφιου προϊόντος και θα μας ενημερώνει κατάλληλα για το αν πληρεί τα κριτήρια που θέσαμε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;   Ακόμα, έστω ότι είμαστε σε ένα βιβλιοπωλείο και θέλουμε να επιλέξουμε ένα βιβλίο. Η εν λόγω συσκευεί θα σκανάρει τον τίτλο ή το bar code και αυτόματα θα συνδέεται στο ίντερνετ και θα προβάλλει την αξιολόγηση κριτικών και αναγνωστών, σχόλια και επιπλέον πληροφορίες και αν επιθυμούμε θα αντιπροτίνει κάτι ενδεχομένως καλύτερο βάσει των προηγούμενων επιλογών μας που έχει στη μνήμη της.&lt;br/&gt;Ένα άλλο παράδειγμα, είμαστε στην εξοχή και παρατηρούμε ένα πολύ όμορφο τοπίο και θέλουμε να το αποθανατήσουμε. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να ενώσουμε δείκτη και αντίχειρα κατάλληλα και η συσκευή αυτομάτως τραβάει φωτογραφία!&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;   Για να δουμε τι τραβήξαμε, θα αρκεί να τη προβάλουμε μέσω του προβολέα σε μια επιφάνεια (π.χ. στο πλησιέστερο δέντρο) και αν δε μας αρέσει τη σβήνουμε αγγίζοντας το αντίστοιχο πλήκτρο που απεικονίζεται πάνω στην επιφάνεια (δέντρο).&lt;br/&gt;Ακόμα, η συσκευή θα μας επιτρέπει να παίρνουμε τηλέφωνο προβάλλοντας το πληκτρολόγιο σε οποιαδήποτε επιφάνεια έιναι διαθέσιμη, ακόμα και στη παλάμη μας! &lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;   Δε γνωρίζουμε τι ώρα είναι; Αρκεί να σχεδιάσουμε ένα ρολόι σε μια επιφάνεια (ο καρπός του χεριού η προφανέστερη) και η συσκευή μας προβάλλει την ώρα. &lt;br/&gt;&lt;br/&gt;   Εν ολίγης, το MIT κατάφερε να δημιουργήσει μια συσκευή η οποία μας επιτρέπει να αλληλεπιδράμε με τις πληροφορίες που προβάλλει μπροστά μας και δικαίως την ονόμασε «Έκτη Αίσθηση» . Τι μας επιφυλάσσει λοιπόν το μέλλον; Και πως θα εξελιχθεί η τεχνολογία; Ο χρόνος θα δείξει...&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;[&lt;a href=&quot;../Technology/Entries/2009/3/28_The_Sixth_Sense.html&quot;&gt;Η Αντίστοιχη Είδηση&lt;/a&gt;]&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Δημήτρης Κόνταρης&lt;br/&gt;</description>
    </item>
    <item>
      <title>“Το Τρένο Για Θεσσαλονίκη”</title>
      <link>http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Entries/2009/4/16_To_Treno_Gia_Thessalonike.html</link>
      <guid isPermaLink="false">12d47fcb-9902-4c6a-82ea-889b357875fb</guid>
      <pubDate>Thu, 16 Apr 2009 18:36:17 +0300</pubDate>
      <description>&lt;a href=&quot;http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Entries/2009/4/16_To_Treno_Gia_Thessalonike_files/grindelwald-train-station2.jpg&quot;&gt;&lt;img src=&quot;http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Media/object102.png&quot; style=&quot;float:left; padding-right:10px; padding-bottom:10px; width:182px; height:121px;&quot;/&gt;&lt;/a&gt;Δεν ήταν η πρώτη φορά που ταξίδευε με τρένο. Ούτε ήταν η μεγαλύτερη απόσταση που έχει διανύσει ποτέ. Ήταν όμως η πρώτη φορά που ταξίδευε για αυτό το σκοπό. Ο  πατέρας του νοσιλευόταν στο νοσοκομείο. «Καλπάζουσα μορφή καρκίνου» του είχαν ανακοινώσει τηλεφωνικά οι γιατροί. Η μητέρα του με δυσκολία άρθρωνε τις λέξεις στο τηλέφωνο. Έπρεπε να πάει όσο το δυνατό πιο γρήγορα στη Θεσσαλονίκη όπου ήταν και η υπόλοιπη οικογένεια για συμπαράσταση. Το βλέμμα του Μανόλη ήταν καρφωμένο στο παράθυρο. Κοιτούσε έξω την λευκή ομορφιά της φύσης του χειμώνα δίχως να της δίνει ιδιαίτερη σημασία. Άλλωστε το μυαλό του ήταν καρφωμένο αλλού. Δεν άντεχε στη σκέψη ότι θα έχανε το πατέρα του. Και μάλιστα τόσο άδικα. Προσπαθούσε να ελπίζει σε κάτι αλλά είχε χάσει τη πίστη του εδώ και χρόνια.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;   Είχαν ήδη περάσει δυο γεμάτες ώρες ταξιδιού και έμεναν ακόμα τέσσερις ώσπου το τρένο να φτάσει στο τελικό προορισμό του. Δίπλα στο Μανόλη καθόταν μια ηλικιωμένη γυναίκα που τον παρατηρούσε από την αρχή του ταξιδιού. Της έκανε εντύπωση τι θα μπορούσε να απορροφήσει τόσο πολύ τη σκέψη ενός νεαρού ώστε να μη παίρνει το βλέμμα του από το παράθυρο εδώ και δύο ώρες. Ταξίδευε μόνος δεν είχε ακουστικά να ακούει μουσική όπως οι περισσότεροι στην ηλικία του και το κυριότερο, δεν έπαιρνε το βλέμμα του από το παράθυρο. Ο Μανόλης ένιωσε το βλέμμα της ηλικιωμένης γυναίκας που τον περιεργάζονταν και άρχισε να νοιώθει κάπως άβολα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;   «Τι είναι αυτό που σε απασχολεί νεαρέ μου;» τόλμησε τελικά να τον ρωτήσει η περίεργη αυτή γυναίκα.&lt;br/&gt;   Ο Μανόλης γύρισε αργά το κεφάλι να βεβαιωθεί ότι μιλούσε σε αυτόν αλλά συνέχισε να κοιτάει έξω από το παράθυρο προσποιούμενος ότι δεν την άκουσε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που μια ηλικιωμένη κυρία θα του έπιανε συζήτηση προσπαθώντας να κάνει το ταξίδι της πιο ευχάριστο και το δικό του πιο βασανιστικό, φορτώνοντάς του όλα της τα προβλήματα... εκτός του ότι δεν είχε καμία απολύτως όρεξη να ξεκινήσει κουβέντα με μια άγνωστη κυρία δεν είχε καμία διάθεση να συζητήσει μαζί της το τόσο σοβαρό πρόβλημα που τον απασχολούσε. Άλλωστε ήταν πολύ κλειστός χαρακτήρας και δεδομένης της κατάστασης, πρόσχερα αντικοινωνικός.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;   Η ηλικιωμένη γυναίκα χαμογέλασε απαλά. «Αν δε μοιράζεσαι τα προβλήματά σου με κάποιον, δύσκολα θα βρεις το δρόμο για τη λύση τους. Ξέρω, εγώ είμαι μια άγνωστη γριά που έτυχε να καθίσει δίπλα σου σε αυτό το ταξίδι και την οποία δεν έχεις ξαναδεί αλλά που ξέρεις, μια γνωριμία ή μια άποψη κάποιου τρίτου ίσως αποβεί σωτήρια και δώσει λύση σε ότι είναι αυτό που σε απασχολεί».&lt;br/&gt;   «Δεν υπάρχει λύση για αυτό που με απασχολεί..» είπε με απαλό τόνο ο Μανόλης στρεφόμενος αργά προς το μέρος της γυναίκας. Εκείνη χαμογέλασε διακριτικά γιατί κατάφερε να του αποσπάσει προσοχή και να της δώσει τη στοιχειώδη έστω σημασία που αναζητούσε.&lt;br/&gt;   «Για όλα τα πράγματα υπάρχουν λύσεις. Άλλες είναι περισσότερο και άλλες λιγότερο ευχάριστες. Θα πρέπει να κοιτάμε τα πράγματα σφαιρικά και με ψυχραιμία.»&lt;br/&gt;   «Και εκείνα για τα οποία δε μπορούμε να κάνουμε απολύτως τίποτα;»&lt;br/&gt;   «Τα πάντα γίνονται για κάποιο λόγο. Για τίποτα δε πρέπει να απελπιζόμαστε και να το βάζουμε κάτω. Αν υπάρχουν προβλήματα για τα οποία υπάρχει λύση και περνά από το χέρι μας δε πρέπει να απελπιζόμαστε αλλά να προσπαθήσουμε να βάλουμε τα δυνατά μας για την επίλυσή τους. Αν από την άλλη υπάρχουν προβλήματα για τα οποία δε μπορούμε όπως λες να κάνουμε απολύτως τίποτα, και πάλι δε πρέπει να το βάζουμε κάτω και να δούμε πως θα μετριαστεί το κακό. Συμφωνώ ότι είναι φυσικό να υπάρχει έντονο το συναίσθημα της στενοχώριας. Όμως αν το αφήσεις να σε καταβάλλει και τα παρατήσεις αυτό θα γεννήσει πολύ περισσότερα προβλήματα και θα σε οδηγήσει σε μεγάλο αδιέξοδο. &lt;br/&gt;   Η ζωή είναι γεμάτη προβλήματα νέε μου, άλλα σημαντικά και άλλα λιγότερο. Ανάλογα με το πως τα αντιμετωπίζεις δείχνει από τι «πάστα» είσαι φτιαγμένος, όπως λένε και στο χωριό μου. Μερικές φορές οι νέοι ψάχνετε για τη ζωή που κρύβεται πίσω από κάθε πρόβλημα. Μεγαλώνοντας θα αντιληφθείτε πως τα προβλήματα αυτά είναι η ζωή και ο τρόπος επίλυσής τους η λεγόμενη «μοίρα».&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο Μανόλης έμεινε να κοιτάζει την γυναίκα σα χαμένος. Έμοιαζε να έχει δίκιο σε ότι έλεγε. Αλλά σκεφτόταν πως εύκολα κάποιος τα λέει αλλά δύσκολα τα εφαρμόζει σε περίπτωση που του τύχει κάτι ανάλογο. Δε μπορούσε να βγάλει από το μυαλό το πατέρα του. Τις στιγμές που πέρασαν μαζί, τις καλές και τις δύσκολες, τις συμβουλές που του έδινε και πως όλα αυτά τελείωναν εκεί. Στην ανάμνηση. Δεν ένοιωθε έτοιμος για κάτι τέτοιο. Αυτές οι στιγμές ήταν ουσιαστικά η πηγή της στενοχώριας που του έλεγε η ηλικιωμένη γυναίκα. Και δυστυχώς ήταν αστείρευτη. Τα μάτια του κοκκίνισαν και ένα δάκρυ πήγε να ξεφύγει από τα μάτια του. Το σκούπισε αμέσως θεωρώντας το δείγμα αδυναμίας μετά από όσα του είπε η γυναίκα.&lt;br/&gt;   Εκείνη τον περιεργάζονταν προσπαθώντας να τον ψυχολογήσει, σαν να ήθελε να διαβάσει τη σκέψη του. Είχε σοβαρέψει αρκετά και ενώ το έκανε αυτό έτριβε απαλά το σταυρό από το κομποσκοίνι που είχε στο χέρι της. Κάτι την έκανε να θέλει να βοηθήσει αυτό το παιδί και για να το καταφέρει έπρεπε πρώτα να μάθει την αιτία της βαθιάς στενοχώριας που ένοιωθε ότι είχε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;   «Πιστεύεις στα θαύματα;» τον ρώτησε. Ο Μανόλης ξαφνιάστηκε από το απρόσμενο της ερώτησης. Ήξερε ότι θα στενοχωρούσε τη γιαγιούλα αλλά του ήρθε αυθόρμητα να απαντήσει ειλικρινά.&lt;br/&gt;   «Όχι, έχω χάσει τη πίστη μου εδώ και πολύ καιρό..»&lt;br/&gt;   «...κακώς... σε καταλαβαίνω γιατί έτσι ήμουν κι εγώ στα νιάτα σου αλλά με τα χρόνια θα καταλάβεις πως η πίστη σε γεμίζει ελπίδα για ζωή, η οποία έχει τη «θαυματουργή» ιδιότητα να απαλύνει το πόνο σου και να σε κάνει να μη το βάζεις κάτω.»&lt;br/&gt;   «Δε μπορώ να πιστέψω σε κάτι που δεν έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει..»&lt;br/&gt;   «..Ούτε όμως έχει αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει... μερικές φορές το μόνο που χρειάζεται είναι να κλείσεις τα μάτια και να νοιώσεις απαλλαγμένος από κάθε μάταιη αναζήτηση για απαντήσεις μέσω της λογικής, γιατί μερικές φορές οι παρωπίδες της λογικής δε σε αφήνουν να καταλάβεις και να αντιληφθείς αυτά τα οποία αδυνατεί να εξηγήσει. Αυτές οι «απορίες» που μένουν είναι οι «αποδείξεις» που αναζητάς.»&lt;br/&gt;   Ο Μανόλης τη κοιτούσε επεξεργάζοντας τα λόγια που μόλις του είπε. Ξαφνικά ένοιωσε το χέρι της γυναίκας να πιάνει το δικό του. Ήταν ζεστό παρόλο το κρύο που επικρατούσε στο μέτρια κλιματιζόμενο βαγόνι.&lt;br/&gt;   «Πάρε αυτό το κομποσκοίνι.» του είπε με απαλή φωνή ενώ του ακουμπούσε το κομποσκοίνι που κρατούσε προηγουμένως στο χέρι της. «Προσπάθησε να μη χάνεις τη πίστη σου και ποτέ μη σταματάς να ελπίζεις. Ακόμα και αν τα πράγματα μερικές φορές δεν έρχονται όπως τα θέλουμε. Άλλωστε έχε κατά νου όπως σου είπα και πριν πως αυτές οι κακουχίες είναι η ζωή.» του είπε απαλά και ξαπλώνοντας βαθιά στο κάθισμά της, έκλεισε τα μάτια της.&lt;br/&gt;   «Ευχαριστώ αλλά...» δε πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του όταν ένοιωσε τη γυναίκα να του σφίγγει και πάλι το χέρι&lt;br/&gt;   «Κοιμήσου. Φαίνεσαι πολύ κουρασμένος. Θα δεις ότι μόλις ξυπνήσεις τα πράγματα θα είναι πολύ καλύτερα.» του απάντησε έχοντας κλειστά τα μάτια της και άφησε το χέρι του παιδιού στο οποίο πλέον βρισκόταν το κομποσκοίνι της. Ο Μανόλης τη παρατηρούσε να ανοιγοκλείνει απαλά το στόμα σα να έκανε κάποιου είδους προσευχή. Κούνησε με δυσπιστία αργά το κεφάλι του και έγειρε προς το παράθυρο. Η αλήθεια ήταν πως πλέον ένοιωθε λίγο πιο ήρεμος από πριν. Τελικά η όλη συζήτηση ίσως και να τον ωφέλησε απρόσμενα. Ένοιωθε τα βλέφαρά του να βαραίνουν. Ο ήχος από το βαγόνι που έτριζε έμοιαζε να ερχόταν από τούνελ. Η ηρεμία στον τόνο της φωνής της γυναίκας είχε χροιά νανουρίσματος. Τα λόγια της είχαν μικρές δόσης αλήθειας και ακόμη και τα αμφισβητήσιμα μέρη σε αυτά που του έλεγε δεν έπαυαν να τον κάνουν να νοιώθει έστω και ελαφρώς καλύτερα. Σκεφτόταν πως όντως, αν ακολουθήσει το δρόμο της απελπισίας και καταστροφολογίας θα χάσει το νόημα της ζωής και όποια ένδειξη μαχητικότητας που ρέει στις φλέβες του θα αντικατασταθεί από αυτή της οκνιρίας και μεμψιμοιρίας που θα τον οδηγήσουν στην απραξία και την αδράνεια. Αυτό ήταν σίγουρα κάτι που σε καμία περίπτωση δε θα ήθελε ο πατέρας του να συμβεί αν τα πράγματα πάρουν στραβή πορεία.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;   Οι σκέψεις του αυτές τον όπλιζαν με ελπίδα. «Όλα θα πάνε καλά». Συλλογίστηκε και χαμογέλασε ελαφρά. «Ότι και να γίνει, θα φροντίσω να πάνε όλα καλά.»&lt;br/&gt;   «..Και πολύ καλά θα κάνεις..» σιγομουρμούρισε η ηλικιωμένη γυναίκα σα να διάβαζε τη σκέψη του..». Σήκωσε το γερασμένο χέρι της και του χάιδεψε απαλά τα μαλλιά. Ο Μανόλης είχε ήδη κοιμηθεί..&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;   «..Επόμενος σταθμός Θεσσαλονίκη. Τερματικός σταθμός. ...Επαναλαμβάνω...». Ο Μανόλης άνοιξε αργά τα μάτια.. κοιμόταν ώρες τώρα και ούτε που το είχε καταλάβει. «... και να προσέχετε τα προσωπικά σας αντικείμενα...» συνέχιζε η αντρική φωνή από το ηχείο. &lt;br/&gt;   «Φτάσαμε κιόλας.. μα τι στο καλό, πόσες ώρες κομόμουν..;». Όπως έκανε να σηκωθεί ένοιωσε σαν κατι να του έπεσε. Έσκυψε να το σηκώσει.. «το κομποσκοίνι της γιαγιάς..» γύρισε απότομα το βλέμμα του στη διπλανή θέση. Η γυναίκα δεν ήταν εκεί. «..μα που πήγε..; ..μπορεί να σηκώθηκε να προλάβει να κατέβει..». &lt;br/&gt;   Στο βαγόνι επικρατούσε ο γνωστός πανικός της τελευταίας στιγμής που όλοι κοιτάνε ποιός θα προλάβει να πάει πρώτος στην έξοδο μήπως προλάβουν τα ταξί που περίμεναν απ’ έξω. Ο Μανόλης γύρισε το βλέμμα μήπως τη δει στο πλήθος αλλά τίποτα. Ήταν σαν να είχε εξαφανιστεί.. Σιγά σιγά του ήρθαν οι εικόνες του ταξιδιού. Η ηλικιωμένη, ο διάλογος που είχαν, ο σκοπός που ταξίδευε, ο πατέρας του, και τέλος, η φιγούρα της μητέρας του που θα τον περίμενε. Πως να είναι έραγε; Πως να την ηρεμήσει, τι να της πει; Λογικά τώρα θα είναι στο νοσοκομείο δίπλα του. Δεν ήθελε να προχωρήσει άλλο η σκέψη του. «Όλα θα πάνε καλά.» μουρμούριζε και ας μη το πίστευε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;   Το τραίνο άρχισε να μειώνει ταχύτητα ενώ η αποβάθρα του σταθμού Θεσσαλονίκης άρχισε να προβάλλει. Η πόρτες άνοιξαν και ο Μανόλης κατέβηκε τις σκάλες προσπαθώντας να κουμαντάρει τη βαλίτσα που είχε μαζί του.&lt;br/&gt;«Μανόλη;» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή στο βάθος. «Μανόλη;». Ο Μανόλης σήκωσε το βλέμμα και είδε την αδερφή του να κατευθύνεται προς το μέρος του προσπαθώντας να δημιουργήσει δρόμο ανάμεσα στο πλήθος. Άφησε τη βαλίτσα και πήγε προς το μέρος της. &lt;br/&gt;   «Τι κάνεις εδώ; Δεν έπρεπε να είσαι με τη μαμά; Ο πατέρας μας πως είναι;» τη ρώτησε προετοιμασμένος για το χειρότερο. &lt;br/&gt;   «Είναι καλά.» του απάντησε με τρεμάμενη ψιθυριστή φωνή και δάκρυα στο πρόσωπο. «Ο μπαμπάς είναι καλά» του επανέλαβε και τον αγκάλιασε σφιχτά. Ο Μανόλης δε πίστευε αυτό που έκουγε. Αν και χαρμόσυνο το νέο ακούγονταν απίθανο. &lt;br/&gt;   «Μα οι γιατροί δε του έδιναν ούτε..» &lt;br/&gt;   «Δε ξέρω και δε με νοιάζει» τον έκοψε η αδερφή του. «Ξέρω ότι είναι καλά. Πριν τρεις ώρες άρχισε να αναρρώνει ώσπου σταθεροποιήθηκε η κατάστασή του. Ούτε οι γιατροί ξέρουν τι έγινε. Σημασία έχει ότι είναι μαζί μας.» Ο Μανόλης χαμογέλασε. Τα λόγια της γιαγιάς του ήρθαν στο μυαλό: «Κοιμήσου. Φαίνεσαι πολύ κουρασμένος. Θα δεις ότι μόλις ξυπνήσεις τα πράγματα θα είναι πολύ καλύτερα.» Με την άκρη του ματιού του ένιωσε τη παρουσία της. Γέρισε το βλέμμα και ήταν εκεί. Του χαμογελούσε. &lt;br/&gt;«Στάσου!» φώναξε και πήγε προς το μέρος της. Η αδερφή του απόρησε. Το τρόλεϊ με τις βαλίτσες πέρασε από μπροστά του. Η γυναίκα είχε εξαφανιστεί. Η αδερφή του έτρεχε τον προλάβει. «Τι έχεις, όλα καλά; Σε ποιον φωνάζεις;». «Τίποτα αδερφή» της απάντησε χαμογελαστός. «Πάμε να δούμε τον πατέρα. Θέλω να τον αγκαλιάσω» της είπε σηκώνοντας τη βαλίτσα ενώ έσφιξε το κομποσκοίνι που είχε στη τσέπη.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;--- ΤΕΛΟΣ ---&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Δημήτρης Κόνταρης&lt;br/&gt;</description>
      <enclosure url="http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Entries/2009/4/16_To_Treno_Gia_Thessalonike_files/grindelwald-train-station2.jpg" length="129619" type="image/jpeg"/>
    </item>
    <item>
      <title>Τέχνες και Καλλιτέχνες</title>
      <link>http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Entries/2009/4/3_Technes_kai_Kallitechnes.html</link>
      <guid isPermaLink="false">f6564eae-7366-4930-a857-82f983a6ed8b</guid>
      <pubDate>Fri, 3 Apr 2009 17:04:55 +0300</pubDate>
      <description>&lt;a href=&quot;http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Entries/2009/4/3_Technes_kai_Kallitechnes_files/sts9-old.jpg&quot;&gt;&lt;img src=&quot;http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Media/object103.png&quot; style=&quot;float:left; padding-right:10px; padding-bottom:10px; width:182px; height:136px;&quot;/&gt;&lt;/a&gt;Μες' από τους στίχους γεννιέται ένα όνειρο, ένα παραμύθι. Μια σύνθεση εικόνων και εξωτερικευμένων δυνατών συναισθημάτων. Μες από τη μελωδία γεννιέται ένα συναίσθημα, μια πνοή ελευθερίας στην φυλακή της ασφυκτικής καθημερινότητας. Η διαφορετικότητα της κάθε σύνθεσης, δείχνει την αυθεντικότητα του κάθε καλλιτέχνη, καθώς μιλάμε για μοναδικότητα της προσωπικότητας του καθενός.      Το γεγονός που η κάθε σύνθεση είναι ξεχωριστή και άξια προσοχής οφείλεται στη γνησιότητα των συναισθημάτων που εξωτερικεύονται και μεταφράζονται σε νότες. Αν θέλετε μπορούμε να παρομοιάσουμε τα δάκτυλα του οργανοπαίχτη με συναρτήσεις. Ο 'άγνωστος χ, η μεταβλητή, είναι οι ποίκιλλες συναισθηματικές καταστάσεις, χαρά, λύπη, θυμός, μελαγχολία, ρομαντισμός, οι οποίες μέσω της συνάρτησης που φυσικά διαφέρει σε κάθε άνθρωπο, μετατρέπονται σε αλληλουχίες νοτών, σε ηχητικές δημιουργίες και συνεπώς σε μουσική.      Αποπνέει σεβασμό το γεγονός ότι μια τυχαία κατάσταση, ένα απρόσμενο γεγονός, μπορεί να δώσει αλλεπάλληλες τιμές στη συνάρτηση με αποτέλεσμα την εκφραστικότητα και συνεπώς τη δημιουργία ενός έργου που ενδέχεται να χαρακτηρίσει έναν άνθρωπο ή ακόμη και μια περίοδο ή εποχή, δίνοντάς του &amp;quot;ταυτότητα&amp;quot;, αναγνωρισιμότητα και ουσιαστικά αθανασία.      Από το πιο μικρό μέχρι και τον πιο μεγάλο συνθέτη, εφόσον υπάρχει έστω κι ένα άτομο που βρίσκει ικανοποίηση μέσα από το έργο του, ο συνθέτης αυτός ασκεί μια μορφής επιρροή πάνω στον ακροατή με τον οποίο πλέον μοιράζονται τα αίτια και τις καταστάσεις της μουσικής αυτής δημιουργίας.      Ξεφεύγοντας από το μουσικό χώρο και περνώντας στον καλλιτεχνικό γενικά, θα μπορούσαμε να δούμε κάθε έργο τέχνης ως κομμάτι του δημιουργού τους, ως τμήμα του εαυτού τους.   Ένας πίνακας ζωγραφικής, ένα μουσικό κομμάτι, ένα ποίημα, κάποιο συγγραφικό ή θεατρικό έργο, όλα αποτελούν &amp;quot;κομμάτια&amp;quot; του δημιουργού τους.    Η κάθε τέχνη μάλιστα, έχει διαφορετικό τρόπο που διαχειρίζεται τα &amp;quot;κομμάτια&amp;quot; των εκφραστών της.     Αν κάποιος , για παράδειγμα, έχει έναν πίνακα στο σαλόνι του, ακούει κάποια μουσική που τον εκφράζει, διαβάζει ένα βιβλίο ή παρακολουθεί ένα έργο, είναι ακούσια έρμαιο του δημιουργού του οποίου την τέχνη θαυμάζει. Μπαίνει αυτόματα στον κόσμο που έχει δημιουργήσει ο καλλιτέχνης και χωρίς να το καταλάβει συμμετέχει στο ταξίδι της τέχνης ανήμπορος να παρέμβει.      Η τελική επιτυχία ή αποτυχία εξαρτάται από το κατά πόσο ο προσωπικός κόσμος του καλλιτέχνη εκφράζει τον αποδέκτη. Αντίστοιχα, η τελική επιτυχία ή όχι σε ότι αφορά τα εμπορεύσιμα τραγούδια εξαρτάται από το κατά πόσο ο προσωπικός κόσμος του καλλιτέχνη εκφράζει το σύνολο των αποδεκτών όπου προορίζεται. Βέβαια, τέχνη η οποία &amp;quot;προορίζεται&amp;quot; δεν αποτελεί απόρροια βιωμάτων ή σκέψεων κάποιου καλλιτέχνη αλλά έχει πιο ιδιοτελείς στόχους και δεν εμπίπτει στο συγκεκριμένο άρθρο.      Κατά τη γνώμη μου, κανένα καλλιτεχνικό δημιούργημα έργο δε μπορεί να θεωρείται &amp;quot;καλό&amp;quot; ή &amp;quot;κακό&amp;quot;. Έχουμε συνηθίσει να χαρακτηρίζουμε &amp;quot;καλό&amp;quot; αυτό που έχει περισσότερους αποδέκτες και &amp;quot;κακό&amp;quot;, αυτό με τους λιγότερους. Εφόσον μια δημιουργία είναι γνήσια βγαλμένη από τον καλλιτέχνη και όχι επιπόλαια και επιτηδευμένα κατασκευασμένη, είναι ελεύθερη χαρακτηρισμών και εμπίπτει σε καθαρά υποκειμενικά κριτήρια απαλλαγμένα από ταμπέλες που ενδεχομένως επηρεάσουν υποψήφιους αποδέκτες.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Δημήτρης Κόνταρης</description>
      <enclosure url="http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Entries/2009/4/3_Technes_kai_Kallitechnes_files/sts9-old.jpg" length="57571" type="image/jpeg"/>
    </item>
    <item>
      <title>Η Δολοφονία της Έμιλυ</title>
      <link>http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Entries/2007/10/13_E_Dolophonia_tes_Emily.html</link>
      <guid isPermaLink="false">fd406d37-4271-41c1-9a9b-19e5d4b4cd78</guid>
      <pubDate>Sat, 13 Oct 2007 19:05:53 +0300</pubDate>
      <description>&lt;a href=&quot;http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Entries/2007/10/13_E_Dolophonia_tes_Emily_files/murder_in_the_red_barn_bw.jpg&quot;&gt;&lt;img src=&quot;http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Media/object104.png&quot; style=&quot;float:left; padding-right:10px; padding-bottom:10px; width:182px; height:121px;&quot;/&gt;&lt;/a&gt;01&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;   «Ήθελα να σε ξεχάσω… Μα δε μπορούσα… Μου ήταν αδύνατο να διανοηθώ τη ζωή μου χωρίς εσένα… Χωρίς την αγκαλιά σου… Χωρίς την αγάπη σου… Ακόμα και στο θάνατο να ξέρεις ποτέ δε θα πάψω να σ’ αγαπώ…&lt;br/&gt;                                  Έμιλι…»&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;   «Αυτά ήταν τα τελευταία της λόγια… Αυτό το γράμμα που βρήκα στο μπάνιο… Εκεί όπου η μικρή έκοψε τις φλέβες της…» Εξηγούσε στους δύο αστυνομικούς με δάκρυα στα μάτια η μητέρα της Έμιλι. «Δε το περίμενα, δε μου είχε δείξει κανένα τέτοιο σημάδι…» συνέχισε και ξέσπασε σε κλάματα με λυγμούς. «Με συγχωρείτε…» Οι αστυνομικοί έσπευσαν να της δώσουν ένα μαντίλι να σκουπίσει τα δάκρυά της που λέρωναν το μεταξένιο φόρεμά της.&lt;br/&gt;«Μπορείτε να μου δώσετε ένα τετράδιο της μικρής;» Είπε ο γηραιότερος από τους δυο.&lt;br/&gt;«Ναι αμέσως.» αποκρίθηκε η γυναίκα και χάθηκε στο βάθος του σπιτιού, που ήταν το δωμάτιο της κόρης της. Δύο λεπτά αργότερα επέστρεψε με ένα μπλε τετράδιο στο χέρι. «Ο άντρας μου έχει πεθάνει, έχασα τη μοναχοκόρη μου, δεν έχω κανένα στο κόσμο…» τους εξηγούσε ρουφώντας ανά διαστήματα τη βουλωμένη από τα δάκρυα μύτη της. Ο γηραιότερος αστυφύλακας, συνηθισμένος από τέτοιες καταστάσεις, έκλεισε το μπλοκ σημειώσεών του, έχοντας πάρει ό,τι ακριβώς ήθελε. Έδωσε μια αγκαλιά συμπόνιας στην γυναίκα, που μάλλον ψεύτικη ήταν, και κάνοντας νεύμα στο συνάδελφό του, ξεκίνησαν προς την έξοδο, κρατώντας το μπλε τετράδιο της κοπέλας παραμάσχαλα. Έκπληξη του προκάλεσε ένα άδειο μπουκάλι Βότκας πάνω στο τραπέζι μαζί με ένα μισογεμάτο ποτήρι. «Τέτοια ώρα το πρωί;» συλλογίστηκε.&lt;br/&gt;   «Η κόρη μου δε θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο!» ούρλιαζε απεγνωσμένα η γυναίκα καθώς έβλεπε τους αστυνομικούς να φεύγουν άπραγοι απ’ το σπίτι της. «Αυτός ο μπάσταρδος ο πρώην της. Αυτό το κάθαρμα το έκανε σας λέω!!!!» ξέσπασε σε λυγμούς. «Ηρεμήστε κυρία μου, όλα τα απαραίτητα μέτρα έχουν παρθεί. Αν ο θάνατος της κόρης σας δεν ήταν τελικά αυτοκτονία, αυτό θα αποδειχθεί από τα στοιχεία που συλλέξ...» την πρότασή του τελείωσε το βροντερό κλείσιμο της εξώπορτας σχεδόν μπροστά από το πρόσωπό του. «Ποτέ δεν αντιμιλάς σε μια γυναίκα που μόλις έχασε το παιδί της και μάλιστα με τρόπο τόσο τραγικό…» του αποκρίθηκε με συμβουλευτικό τόνο ο γηραιότερος συνάδελφός του. «Πάμε να ελέγξουμε και το τελευταίο μας στοιχείο.» «Το αγόρι…» ψιθύρισε ο νεότερος αστυφύλακας. «Αγαμέμνονος 5» μουρμούρισε ο γηραιότερος ξεφυλλίζοντας το μπλοκ του.  &lt;br/&gt;«Τι πιστεύετε εσείς; αυτοκτονία ή δολοφονία;»&lt;br/&gt;«Μια κοπέλα στο μπάνιο με κομμένες τις φλέβες της, δίχως ίχνη από μώλωπες και ένα σημείωμα αυτοκτονίας με το γραφικό της χαρακτήρα, δεν αφήνουν και πολλά μυστήρια πίσω τους…» του απάντησε καθώς έκλεινε το μπλοκ του. «Άλλωστε μικρέ μου, τι από τα δύο είναι πιο εύκολο;» συνέχισε κρύβοντας ένα χαμόγελο. Ο μικρός σάστισε. «Έχεις πολλά να μάθεις από αυτή τη δουλεία μικρέ.» του απάντησε αντιλαμβανόμενος την αντίδραση του συναδέλφου του.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;02&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;«Δε μπορεί να είναι αλήθεια! Η Έμιλι; Πότε; Όχι θεέ μου…» ξέσπασε ο Παναγιώτης, το πρώην αγόρι της αδικοχαμένης κοπέλας. Ήταν σχετικά κοντό παιδί, κι αυτός γύρω στα δεκαπέντε, με μαλλί ίσιο, με χωρίστρα στο πλάι. Το πρόσωπό του έδινε την εντύπωση του παιδιού που μελετά, του κλασσικού «σπασίκλα» που βρίσκεται σε κάθε τάξη.&lt;br/&gt;«Συνέβη χθες, σπίτι της. Η μητέρα της έλειπε για δουλειές και γυρνώντας σπίτι τα χαράματα τη βρήκε νεκρή στη μπανιέρα της με ένα σημείωμα αυτοκτονίας.» εξήγησε ο αστυνομικός στο παλικάρι που με δυσκολία προσπαθούσε να κρύψει τα δάκρυά του από τους αστυφύλακες προσπαθώντας ως άντρας να μη «λυγίσει».&lt;br/&gt;«Με την Έμιλι είχαμε χωρίσει εδώ και καιρό. Δε ξέρω γιατί το πήρε τόσο άσχημα. Η αλήθεια ήταν πως μ’ αγαπούσε πολύ, δεν περίμενα όμως πως θα έφτανε σε τέτοιο σημείο. Όχι η Έμιλι. Τι να σας πω, δεν μου είχε παρουσιάσει συμπτώματα που θα την οδηγούσαν στην αυτοκτονία. Περνούσαμε πολύ ωραία μαζί και ήταν καλή κοπέλα. Α το μόνο που μου έκανε συνεχώς παράπονα για τη μητέρα της και πόσο τη καταπίεζε σε μεγάλο βαθμό. Επίσης μου είχε πει πως από τότε που πέθανε ο πατέρας της τη κακομεταχειρίζονταν. Αλλά δε νομίζω να έχει κάποια σχέση. Τη κυρία Ράνια την είχα γνωρίσει, ήταν καλή γυναίκα και όσο τα είχα με την Έμιλι κάθε φορά που πήγαινα σπίτι της με υποδεχόταν με χαμόγελο. Αν και…» σταμάτησε το αγόρι να σκουπίσει ένα δάκρυ και κοιτούσε το πάτωμα.&lt;br/&gt;«Αν και τι;» τον ρώτησε ο αστυνομικός γυρνώντας σελίδα στο μπλοκ του.&lt;br/&gt;«Αν και το τελευταίο καιρό την έβλεπα να αντιδρά περίεργα. Επίσης η Έμιλι μου είχε πει για άδειες μπουκάλες ποτών που έβρισκε κάτω από το κρεβάτι της.»&lt;br/&gt;Οι δυο αστυνομικοί άρχισαν να κοιτάζονται μεταξύ τους. «Ευχαριστούμε πολύ μικρέ, δε θα σε χρειαστούμε άλλο. Κοίτα τα μαθήματά σου τώρα εντάξει; Φρόντισε να γίνεις καλός άνθρωπος στη κοινωνία.» αποκρίθηκαν στο αγόρι με βιαστικό τόνο και κατευθύνθηκαν με γοργά βήματα προς την εξώπορτα.&lt;br/&gt;«Ελπίζω να βοήθησα» τους αποκρίθηκε και έκλεισε τη πόρτα με ένα καλοσυνάτο χαμόγελο.&lt;br/&gt;«Πάμε γρήγορα στο τμήμα να βγάλουμε ένταλμα έρευνας, πιστεύω πως κάτι ανακάλυψα…» ο νεότερος ένευσε και κάθισε στη θέση του συνοδηγού αφήνοντας τον «μέντορά» του να οδηγήσει.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;03&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Την ίδια στιγμή, η Ράνια, η μητέρα της κοπέλας κλείδωνε την εξώπορτα του σπιτιού της. Μπήκε με αργά και αποφασιστικά βήματα στο αμάξι της. Στη θέση του συνοδηγού έβαλε τη τσάντα της, την οποία κοίταξε για ένα λεπτό. Στη συνέχεια, έσφιξε τα χείλη εκνευρισμένη και ξεκίνησε το αμάξι της έχοντας ένα και μόνο προορισμό καρφωμένο στο μυαλό της…&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;04&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Την ίδια στιγμή στο αστυνομικό τμήμα, ο ηλικιωμένος αστυφύλακας κρατούσε στο χέρι του ένα χαρτί με τίτλο «ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ» με τη σφραγίδα του διοικητή και του δικαστή στο κάτω μέρος της σελίδας.&lt;br/&gt;«Έτοιμη η δικαστική απόφαση, φύγαμε!» είπε βιαστικά στο συνάδελφό του καθώς έμπαιναν στο περιπολικό.&lt;br/&gt;«Να ρωτήσω τι σκέφτεσαι;» τον κοίταζε απορημένος ο μικρός.&lt;br/&gt;«Μικρέ, άκου να μαθαίνεις. Η μητέρα της Έμιλι έχει προφανώς πρόβλημα αλκοολισμού. Πιθανότατα από τότε που πέθανε ο άντρας της. Αυτό εκτός του ότι μας το είπε ο μικρός, το είχα παρατηρήσει καθώς βγαίναμε απ’ το σπίτι. Ποιος μη αλκοολικός θα κατανάλωνε Βότκα πρωί πρωί;&lt;br/&gt;«Μπορεί να την είχε από το βράδυ εκεί. Αποκλείεται;»&lt;br/&gt;«Αποκλείεται. Σύμφωνα με τη γυναίκα αυτή, το βράδυ δεν ήταν σπίτι αλλά έξω σε δουλειές αλλά εκτός αυτού, το ποτήρι που υπέπεσε στην αντίληψή μου είχε μέσα ένα παγάκι το οποίο αποκλείεται να έλειωνε όλο το βράδυ.»&lt;br/&gt;«Ναι αλλά μη ξεχνάμε ότι η γυναίκα αυτή μόλις έχασε το παιδί της, λογικό είναι να έβαλε να πιει λίγο.»&lt;br/&gt;«Αυτό ίσως ναι. Αλλά το «λίγο» δεν εξηγεί το άδεια μπουκάλι Βότκα που κοσμούσε το τραπέζι πλάι στο ποτήρι. Από το πρωί που ισχυρίζεται ότι είδε τη κόρη της νεκρή μέχρι τη στιγμή που φτάσαμε μεσολάβησε μισή ώρα. Ποιος πίνει ολόκληρο μπουκάλι Βότκα σε μισή ώρα;&lt;br/&gt;«Και η περίπτωση το μπουκάλι να ήταν μισοτελειωμένο;»&lt;br/&gt;«Αυτή ακριβώς τη περίπτωση πάω αυτή τη στιγμή να ελέγξω μικρέ.» του απάντησε κοφτά, αποδεικνύοντας του πως η εμπειρία στο χώρο δε σηκώνει αμφιβολίες. «Τέλος, το γράμμα. Δε σου φάνηκε περίεργο;»&lt;br/&gt;«Τι το περίεργο είχε;»&lt;br/&gt;«Αναφέρει μόνο το αγόρι, στο οποίο έριχνε συνεχώς το φταίξιμο η γυναίκα αυτή.»&lt;br/&gt;«Αυτός γιατί να είναι υπεράνω υποψίας δηλαδή;»&lt;br/&gt;«Μικρέ, δε ξέρω αν έχει τύχει ν’ ακούσεις αλλά οι κόρες αποκτούν συνήθως τον γραφικό χαρακτήρα του κοντινότερου σε αυτούς πρόσωπο, εκείνου που τους βοηθούν στη μελέτη. Οι κοπέλες έχουν μια τάση μίμησης και το γράμμα αν και ο γραφικός χαρακτήρας φαίνεται να είναι της κοπέλας, δε παρατήρησες αρκετές διαφορές με το γραφικό χαρακτήρα στο τετράδιο που μας έδειξε η μάνα της; Ο ειδικός που έχουμε στο τμήμα, σίγουρα το παρατήρησε.»&lt;br/&gt;«Δε ξέρω» φάνηκε διστακτικός ο νέος. «Μια μάνα δε θα το έκανε ποτέ αυτό.» συμπλήρωσε ψιθυριστά.»&lt;br/&gt;«Μια νηφάλια μάνα όχι. Και αυτή τη στιγμή ψάχνουμε ν’ αποδείξουμε πως η κυρία Ράνια δεν ήταν νηφάλια.» του απάντησε ο ηλικιωμένος με ύφος που δε χωρούσε αμφισβητήσεις και συνέχισε να οδηγεί.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;05&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;«Λυπάμαι κυρία Ράνια αλλά δε μπορώ.»&lt;br/&gt;«Τι εννοείτε!;!»&lt;br/&gt;«Εννοώ πως δεν μπορώ, δε γίνεται, πώς να σας το πω;»&lt;br/&gt;«Η κόρη μου είναι νεκρή πάτερ!»&lt;br/&gt;«Η κόρη σας είναι νεκρή επειδή αυτοκτόνησε.»&lt;br/&gt;«Δε παύει να είναι νεκρή! Σας ζητάω το αυτονόητο, να διαβαστεί και να θαφτεί, όπως το ορίζει η θρησκεία.»&lt;br/&gt;«Η θρησκεία δεν το ορίζει αυτό στη περίπτωση της αυτοκτονίας και το ξέρετε καλά.»&lt;br/&gt;«Σας το ζητώ σα χάρη…» του είπε με παρακαλεστικό ύφος και τα δακρυσμένα μάτια της συνάντησαν τα δικά του.&lt;br/&gt;«Κυρία Ράνια, σας ξέρω καιρό» της απάντησε με το ίδιο γαλήνιο βλέμμα που απαντούσε κάθε φορά στους πιστούς που ανέτρεχαν σε αυτόν ζητώντας συγχώρεση. «Όπως γνωρίζετε, η ζωή είναι ένα δώρο του θεού, στον άνθρωπο. Μια ευλογία. Αν κάποιος αυτοκτονήσει, είναι σα να μη δέχεται το θείο αυτό δώρο. Αν κάποιος σας έκανε κάποιο δώρο στα γενέθλιά σας, όσο ασήμαντο κι αν ήταν θα το πετούσατε ποτέ; Φανταστείτε λοιπόν αυτός ο κάποιος να ήταν ο ίδιος ο Θεός, και το δώρο αυτό να ήταν το σημαντικότερο απ’ όλα, η ίδια η ζωή.»&lt;br/&gt;«Καλά με δουλεύετε;!» ξέσπασε η Ράνια. «Η κόρη μου ήταν δεκατεσσάρων χρονών και τη στιγμή εκείνη το μόνο που δεν της ήρθε στο μυαλό ήταν αυτά που μου αναφέρατε. Θέλετε να μου πείτε πως ο Θεός δεν έχει χώρο στο παράδεισο για ένα αθώο κοριτσάκι δεκατεσσάρων χρονών;!;»&lt;br/&gt;«Δεν είπα αυτό, ο Θεός φυσικά και συγχωρεί όπως στη παραβολή με τον τελώνη και…»&lt;br/&gt;«Τη ξέρω τη παραβολή. Θέλετε να μου πείτε πως ο Θεός θα τη δέχονταν αν μετανοούσε αλλά τώρα δεν επειδή είναι νεκρή και προφανώς δεν μπορεί να μετανοήσει, δε τη δέχεται; Δηλαδή, την αμαρτία της αυτοκτονίας ο Θεός δε τη συγχωρεί ακριβώς επειδή αυτός που αυτοκτόνησε δεν μπορεί να μετανοήσει για τον απλούστατο λόγω του ότι είναι νεκρός!»&lt;br/&gt;«Προσπαθήστε να καταλάβετε ότι…»&lt;br/&gt;«Τι να καταλάβω πάτερ;» τον διέκοψε φανερά εκνευρισμένη ενώ κρατούσε στα χέρια της σφιχτά τη τσάντα της. «Αυτό που ξέρω είναι ότι η μικρή μου Έμιλι είναι νεκρή. Και δε ξέρουμε καν αν αυτοκτόνησε.»&lt;br/&gt;«Τότε αλλάζει…» προσπαθούσε να της εξηγήσει ο παπάς.&lt;br/&gt;«Ώστε τότε αλλάζει έτσι;» είπε και από την τσάντα της έβγαλε ένα περίστροφο, σημαδεύοντας με τρεμάμενα χέρια τον παπά ο οποίος τη κοιτούσε σαστισμένος, ενώ από τα βουρκωμένα μάτια της έτρεχαν ασταμάτητα δάκρυα. Ήδη είχε μετανιώσει αυτό που είχε κάνει.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;06&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;«Κυρία Ράνια, είστε μέσα;» Φώναζε ο αστυφύλακας ενώ παράλληλα χτυπούσε με βρόντο τη πόρτα. «Κυρία Ράνια, θέλουμε να σας μιλήσουμε!» Καμία απόκριση. «Δεν υπάρχει άλλη λύση» σκέφτηκε ο ηλικιωμένος αστυνόμος και πήρε φόρα. Μετά από αλλεπάλληλα χτυπήματα, η ήδη ετοιμόρροπη πόρτα κατέρρευσε και οι δύο αστυνομικοί ξεχύθηκαν στο σπίτι. Μπήκαν στο δωμάτιο της κοπέλας όπου το σημείωμα είχε περίοπτη θέση στα μαζεμένα προσωπικά της αντικείμενα&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;   «Ήθελα να σε ξεχάσω… Μα δε μπορούσα… Μου ήταν αδύνατο να διανοηθώ τη ζωή μου χωρίς εσένα… Χωρίς την αγκαλιά σου… Χωρίς την αγάπη σου… Ακόμα και στο θάνατο να ξέρεις ποτέ δε θα πάψω να σ’ αγαπώ…&lt;br/&gt;                                  Έμιλι…»&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μη βρίσκοντας κάποιο παραπάνω στοιχείο, κατευθύνθηκαν προς το δωμάτιο της Ράνιας. Πάνω στο γραφείο της ήταν φωτογραφίες με τον άντρα της ο οποίος ήταν σε όλες με στολή. Δε χρειαζόταν ιδιαίτερη γνώση για να καταλάβει κανείς πως ο μακαρίτης ο άντρας της Ράνιας ήταν υψηλόβαθμο στρατιωτικό στέλεχος. «Ωχ θεέ μου…» ψέλλισε ο ηλικιωμένος άντρας όταν ανακάλυψε κάτω από το κρεβάτι της Ράνιας άδεια μπουκάλια ποτών.&lt;br/&gt;«Κύριε, για ελάτε λίγο από δω…» τον φώναξε ο συνάδελφός του. Κοκάλωσαν και οι δύο. Μπροστά τους είχαν μια άδεια θήκη όπλου. Ο γηραιότερος έβγαλε τον ασύρματό του και άρχισε να καλεί ενισχύσεις, ενημερώνοντας τους υπολοίπους συναδέλφους του για το σοβαρό της κατάστασης.&lt;br/&gt;«Μια αλκοολική γυναίκα με περίστροφο… που να έχει πάει θεέ μου…» απάντηση στη σκέψη του αυτή ήρθε να δώσει ένας πυροβολισμός που ακούστηκε από μακριά. Έστεψε απότομα προς τη πηγή του ήχου. …Απ’ το παράθυρο φαινόταν ένα εκκλησάκι όχι πολύ μακριά από εκεί που βρίσκονταν.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;07&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;«Ο πυροβολισμός στον αέρα ήταν για να σου αποδείξω πως δεν αστειεύομαι πάτερ.» η ιδέα πως η κόρη της δε θα θαβόταν όπως της άρμοζε έκανε την Ράνια να νοιώθει αδικημένη, το μυαλό της ήταν αρκετά θολωμένο για να αντιληφθεί την απρέπεια των πράξεών της. Απειλούσε έναν παπά, ένα ιερέα, απεσταλμένο του Θεού, με το υπηρεσιακό περίστροφο του μακαρίτη του άντρα της. Πως άραγε θα το έκρινε αυτός αν ήταν εν ζωή; Σίγουρα αποδοκιμαστικά. Ο άντρας της ήταν θρήσκος άνθρωπος και πήγαιναν μαζί με τη κόρη τους σχεδόν κάθε Κυριακή στην εκκλησία. Η Έμιλι ήταν τότε αρκετή μικρή για να το θυμάται. Δεν έβρισκε άλλη επιλογή. Ένοιωθε πως θρησκεία της είχε γυρίσει τη πλάτη. Πως ο θεός την είχε εγκαταλείψει. Το σίγουρο ήταν πως με το θάνατο ενός ιερέα δε θα ξανακέρδιζε την εύνοιά Του. Όχι με αυτό τον τρόπο. «Το κάνω για την Έμιλι» προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της, δικαιολογώντας την απαράδεκτη αυτή πράξη της με τη πρόχειρη αυτή δικαιολογία.&lt;br/&gt;«Κυρία Ράνια ηρεμήστε, δεν υπάρχει λόγος να προβείτε σε πράξεις απερισκεψίας βρισκόμενη εν βρασμώ ψυχής…» της αποκρίθηκε με ήρεμο τόνο ο ιερέας έχοντας μείνει ακίνητος με τα χέρια του ψηλά. Την ίδια στιγμή ο ήχος από πολυάριθμες σειρήνες περιπολικών γέμιζαν το χώρο.&lt;br/&gt;«Το μόνο που θέλω είναι να θαφτεί η κόρη μου!» Άρχισε να ουρλιάζει η Ράνια και πλησίαζε απειλητικά τον ιερέα έχοντας προτάξει το περίστροφο, σημαδεύοντας τον ενώ τα χέρια της έτρεμαν από τα ανάμεικτα συναισθήματα του θυμού, του φόβου και της απογοήτευσης, διάχυτα σε όλο της τον οργανισμό.&lt;br/&gt;«Κυρία Ράνια, είμαι ο αστυφύλακας που ήμουν το πρωί στο σπίτι σας» ακούστηκε μια φωνή από ηχείο. «Σας παρακαλώ μη κάνετε καμία απερισκεψία και κατεβάστε το όπλο!»&lt;br/&gt;«Ώστε αν ήταν δολοφονημένη θα την έθαβες…» συνέχιζε να μουρμουρίζει εκείνη, πλησιάζοντας με αργά αλλά σταθερά βήματα τον ιερέα.&lt;br/&gt;«Κυρία Ράνια, μη μας αναγκάσετε να προβούμε σε άλλα μέτρα» συνέχιζε επιτακτικά η φωνή από το ηχείο ενώ δεκάδες αστυνομικοί είχαν προτάξει τα δικά τους περίστροφα σημαδεύοντας την γυναίκα, η απόσταση της οποίας από τον σαστισμένο ιερέα μίκραινε επικίνδυνα πολύ.&lt;br/&gt;«Δεν έχω κανένα στο κόσμο…» συλλογίστηκε και κοντοστάθηκε. «Η κόρη μου… δε φταίει σε τίποτα…» Ένα κύμα θλίψης πλημμύρισε το κορμί της. «Εγώ τη σκότωσα!» φώναξε με όλη της τη δύναμη. «Σας παρακαλώ θάψτε τη κόρη μου! Δεν αυτοκτόνησε! Εγώ τη σκότωσα!»&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;08&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Δεδομένης της ομολογία της, η δίκη δε κράτησε πολύ. Της επιδόθηκε η ποινή της παιδοκτονίας, και της παράνομης οπλοκατοχής και οπλοχρησίας. Ο ιερέας αρνήθηκε να ασκήσει δίωξη. Η Έμιλι τελικά διαβάστηκε και θάφτηκε στο νεκροταφείο της εκκλησίας. Τα «δις ισόβια» που επιβλήθηκαν ως ποινή στη Ράνια σήμαινε πως δε θα άναβε ποτέ το καντήλι της κόρης της. Η ιδέα όμως πως κάποια στιγμή, ίσως σε κάποια άλλη ζωή τη ξανάβλεπε τη χαροποιούσε. «Το έκανα για τη κόρη μου» έλεγε κάθε μέρα που ξυπνώντας συνειδητοποιούσε πως βρισκόταν πίσω από σίδερα. «Ο Θεός να την αναπαύσει»&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;09&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Το ίδιο βράδυ, κάπου στη πόλη, μια σκοτεινή φιγούρα βρισκόταν μπροστά από το καθρέπτη ενός δωματίου. Με αργές κινήσεις και με ένα γλυκό χαμόγελο στο πρόσωπο, έβγαλε μια χτένα από τη τσέπη και περιποιήθηκε την πολυαγαπημένη του χωρίστρα στο πλάι… Στη συνέχεια έβγαλε από τη τσάντα του δέκα αδειανά μπουκάλια Βότκας και Τεκίλας και τα τοποθέτησε κάτω από το διπλό κρεβάτι του δωματίου που βρισκόταν. Τέλος, μπήκε στο δωμάτιο όπου το άψυχο σώμα μιας κοπέλας αιωρούνταν κρεμασμένο από το λαιμό με σχοινί από το φωτιστικό του δωματίου της. Προσπερνώντας την κάθισε στο γραφείο της και άρχισε να γράφει ένα γράμμα έχοντας ανοιχτό μπροστά του ένα μπλε τετράδιο:&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;   «Ήθελα να σε ξεχάσω… Μα δε μπορούσα… Μου ήταν αδύνατο να διανοηθώ τη ζωή μου χωρίς εσένα… Χωρίς την αγκαλιά σου… Χωρίς την αγάπη σου… Ακόμα και στο θάνατο να ξέρεις ποτέ δε θα πάψω να σ’ αγαπώ…&lt;br/&gt;Τζίνα…»&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;---ΤΕΛΟΣ---&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Δημήτρης Κόνταρης</description>
      <enclosure url="http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Entries/2007/10/13_E_Dolophonia_tes_Emily_files/murder_in_the_red_barn_bw.jpg" length="50362" type="image/jpeg"/>
    </item>
    <item>
      <title>Το Δάσος με τα Ελαιόδεντρα</title>
      <link>http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Entries/2006/5/11_To_Dasos_me_ta_Elaiodentra.html</link>
      <guid isPermaLink="false">6282ec9a-cf17-4044-a36b-292b460400e4</guid>
      <pubDate>Thu, 11 May 2006 18:54:12 +0300</pubDate>
      <description>&lt;a href=&quot;http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Entries/2006/5/11_To_Dasos_me_ta_Elaiodentra_files/09antikleiasshade.png&quot;&gt;&lt;img src=&quot;http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Media/object105.png&quot; style=&quot;float:left; padding-right:10px; padding-bottom:10px; width:182px; height:131px;&quot;/&gt;&lt;/a&gt;Ήταν αργά το βράδυ. Στη πλατεία του χωριού, η καμπάνα του ρολογιού της εκκλησιάς χτύπησε μονότονα έντεκα φορές. Σ’ ένα σπίτι, λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα, ένα φως τρεμόπαιζε στο υπόγειο. Ήταν το φως ενός κεριού που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι του χώρου. Η μοναδική πηγή φωτισμού που έδινε μυστηριακό χαρακτήρα στην ατμόσφαιρα. Δίπλα, ένας νέος ξεφύλλιζε με μεγάλη προσοχή και απαράμιλλο ενδιαφέρον ένα παλιό σκονισμένο βιβλίο με τίτλο «Μύθοι και θρύλοι». Οι σελίδες του ήταν κιτρινισμένες από το χρόνο και την υγρασία. Το παιδί φαινόταν απορροφημένο ενώ δίπλα του είχε μια διπλωμένη κόλα χαρτιού μεγέθους Α4 που κρατούσε τις σημειώσεις του. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν το προσεκτικό γύρισμα των εύθραυστων σελίδων του κατά τα φαινόμενα υπερπολύτιμου βιβλίου που βρέθηκε στα χέρια του. Το ηχητικό τοπίο ήρθε να διαταράξει ο ήχος μιας σόλας παπουτσιού, καθώς κατέβαινε τις σκάλες βηματίζοντας προς το υπόγειο.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;«Τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα;» ρώτησε με αργό και ήρεμο τόνο μια βαριά φωνή που μόνο σε ηλικιωμένο θα μπορούσε να ανήκει.&lt;br/&gt;«Είναι για την εργασία μου παππού. Πρέπει να τη παραδώσω σε λίγες μέρες. Μας έβαλαν να βρούμε στοιχεία για τους θρύλους. Χωριών, νησιών, οτιδήποτε αξιοσημείωτο είναι ευπρόσδεκτο.»&lt;br/&gt;«Βρήκες τίποτα ενδιαφέρον;»&lt;br/&gt;«Ναι, αυτό το βιβλίο» το σήκωσε με ευλάβεια, δείχνοντας τον τίτλο στον ηλικιωμένο άντρα.&lt;br/&gt;«Είναι πολύ παλαιό αλλά αρκετά καλό βιβλίο» παρατήρησε ο γέρος και έμοιαζε να αφαιρέθηκε για λίγο. &lt;br/&gt;«Συνέχισε τη δουλειά σου αγόρι μου, εγώ ήρθα εδώ κάτω γιατί παραξενεύτηκα που τέτοια ώρα κάποιος βρίσκεται στο χώρο της βιβλιοθήκης μου, δε θέλω η παρουσία μου να αποσπάσει μέρος από τον πολύτιμο χρόνο σου. Όταν τελειώσεις πάντως, φρόντισε σε παρακαλώ να βάλεις το βιβλίο πίσω στη θέση του, μαζί με τα άλλα. Θέλω τα βιβλία μου να διατηρούνται σε όσο το δυνατόν καλύτερη κατάσταση» του υπέδειξε και με το ίδιο αργές κινήσεις άρχισε να απομακρύνεται από το χώρο.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;«Παππού;»&lt;br/&gt;«Τι είναι αγόρι μου;»&lt;br/&gt;«Εσύ ξέρεις καμία ιστορία;»&lt;br/&gt;«Σαν τι ιστορία δηλαδή;»&lt;br/&gt;«Τίποτα, ξέρεις, θρύλους. Ιστορίες σαν αυτές που μου έλεγες όταν ήμουν μικρός στο κρεβάτι για ν’ αποκοιμηθώ». Ο ηλικιωμένος άντρας κοντοστάθηκε. Το πρόσωπό του σοβάρεψε ελαφρά και μετά από μια μικρή παύση ξεκίνησε ξανά την πορεία του προς τις σκάλες.&lt;br/&gt;«Δε ξέρω εγώ από τέτοιες ιστορίες...» μουρμούρισε νωχελικά.&lt;br/&gt;«Έλα παππού, όλο και κάτι θα έχεις ακούσει! Θέλω ν’ ακούσω μια τέτοια ιστορία από σένα. Όπως την έχεις ακούσει εσύ. Αρκετά με αυτό το βιβλίο» παρακάλεσε το παιδί και έκλεισε το βιβλίο με προσοχή. Ένα μικρό κύμα αέρα που προήλθε από το απότομο κλείσιμο του βιβλίου, έκανε το κερί να τρεμοπαίζει ακόμα περισσότερο με κίνδυνο να σβήσει. Η ζεστή ατμόσφαιρα του χώρου το επανέφερε στην αρχική του κατάσταση. Στο χώρο επικρατούσε σιωπή. Ο παππούς του παιδιού σταμάτησε ξανά. Κρέμασε το κεφάλι. Πήρε μια βαθιά ανάσα και με αργές κινήσεις γύρισε προς το μέρος του εγγονού του.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;«Η αλήθεια είναι πως ξέρω μια ιστορία. Και μάλιστα έχει σχέση με το νησί μας. Λίγοι την έχουν ακούσει και γι’ αυτό είναι μάλλον απίθανο να τη διαβάσεις κάπου ή να την ακούσεις από κάποιον». Το παιδί ήδη κρεμόταν από τα χείλη του παππού του. Εκείνος ήρθε κοντά του, και κάθισε στο τραπέζι ακριβώς απέναντί του. Το τρεμάμενο κερί στο κέντρο, πρόσδιδε στην ατμόσφαιρα την παραμυθένια και συνάμα μυστηριακή αίσθηση που αναζητούσε. «Έχεις ακούσει για το δάσος με τα ελαιόδεντρα;». Το παιδί ένευσε αρνητικά.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;«Σύμφωνα με το θρύλο, είναι ένα μέρος εδώ στο νησί μας που αν πας στις μία η ώρα τα χαράματα και ακούσεις με προσοχή, ανάμεσα στον γλυκό ήχο του ανέμου που περνάει από την φυλλωσιά των δέντρων, ακούγονται τα κλάματα ενός βρέφους. «Λυγμοί» είναι η λέξη που θα τα χαρακτήριζε περισσότερο. Λέγεται πως τα παλαιά χρόνια, τότε που το νησί μας βρισκόταν κάτω από την κατοχή των άγγλων, ζούσε κι ένας λόρδος ο οποίος έτρεφε ξεχωριστό ενδιαφέρον στις γυναίκες. Αν και παντρεμένος, τίποτα δεν τον εμπόδιζε να πηγαίνει με άλλες, ιδιαίτερα με τις υπηρέτριές του, στις οποίες έτρεφε ιδιαίτερη αδυναμία. Μια φορά λοιπόν τον πλησιάζει μια υπηρέτρια αποκαλύπτοντας του πως ήταν έγκυος και στα σπλάχνα της κουβαλούσε το δικό του το παιδί. Εκείνος έξαλλος, τη διέταξε να το αποβάλλει αμέσως μη θέλοντας ο διάδοχός του να είναι εξώγαμος γιος μιας φτωχής υπηρέτριας. Εκείνη την επομένη του είπε ψέματα πως έκανε την έκτρωση, θέλοντας να κρατήσει το παιδί. Λίγους μήνες μετά, ο Λόρδος παρατήρησε τη κοιλιά της υπηρέτριάς του να μεγαλώνει, ενώ στο σπίτι άρχισαν τα κουτσομπολιά περί πατρότητας του παιδιού. Μετά από μια έντονη διαμάχη με τη γυναίκα του, ο Λόρδος ξύπνησε τα μεσάνυχτα την υπηρέτρια, την έβαλε στην άμαξά του και την πήγε στο δάσος με τα ελαιόδεντρα. Εκεί άρχισε να τη χτυπάει δυνατά για το ψέμα που του είχε πει και τη πλεκτάνη που του έστησε. Την ίδια στιγμή, πόνοι γέννας έπιασαν τη γυναίκα η οποία τον παρακαλούσε να φωνάξει ένα γιατρό για την ξεγεννήσει. Ο Λόρδος όχι μόνο αδιαφόρησε για τα νερά που είχαν σπάσει κι έτρεχαν στα πόδια της αλλά συνέχισε να τη χτυπάει ακόμα πιο δυνατά. Η γυναίκα έπεσε στο έδαφος από τους πολλαπλούς πόνους της γέννας και του λόρδου κλαίγοντας και ικετεύοντας το λόρδο να σταματήσει. Εκείνος την άφησε εκεί, μόνη και αβοήθητη μες το σκοτάδι. Επιβιβάστηκε στην άμαξά του και χάθηκε από τα μάτια της υπηρέτριας επιστρέφοντας στο κάστρο. Στη πορεία του αυτή, ο ήχος της καμπάνας της εκκλησιάς του χωριού ακούστηκε να χτυπά μία φορά. Ο μονότονος αυτός ήχος που υπό άλλες συνθήκες θα είχε σβήσει μονομιάς, αντήχησε στα βουνά του χωριού σημαίνοντας πως κάτι κακό είχε μόλις συμβεί. Την επόμενη μέρα η γυναίκα βρέθηκε νεκρή, με ένα άψυχο βρέφος στην αγκαλιά της μέσα σε μια λίμνη αίματος. Από τότε, λένε πως όποια έγκυος γυναίκα ακούσει στο δάσος με τα ελαιόδεντρα το βρέφος να κλαίει τη δεδομένη χρονική στιγμή, αμέσως αποβάλλει.»&lt;br/&gt;Το παιδί τον παρακολουθούσε με αμείωτο ενδιαφέρον έχοντας σημειώσει στη μνήμη του τον καλύτερο ίσως θρύλο για την εργασία του. Τα μάτια του παππού του ήταν εκφραστικά. Η γλαφυρή του περιγραφή είχε αφήσει τον εγγονό του άφωνο. &lt;br/&gt;«Δε μπορεί να συμβαίνουν τέτοια πράγματα» ψέλλισε.&lt;br/&gt;«Δε ξέρουμε τι ακριβώς συνέβη. Γι’ αυτό λέγεται και θρύλος άλλωστε».&lt;br/&gt;«Ευχαριστώ πολύ παππού, πιστεύω έχω αρκετές...»&lt;br/&gt;«Θα σου πω και μια άλλη» τον διέκοψε. «Σχετίζεται με το θρύλο αυτό και είναι αρκετά παλαιά». Το παιδί αν και ένοιωθε κάπως κουρασμένο, ήταν πρόθυμο και να ξενυχτήσει ακόμα ώστε ν’ ακούσει κάποια ιστορία του παππού του. Τον λάτρευε πολύ. Τον θεωρούσε πολύ σοφό άνθρωπο και τον άκουγε με προσοχή, ό,τι και να του έλεγε. Από ιστορίες μέχρι και συμβουλές για τη ζωή του. Ήταν άλλωστε ο δάσκαλος του χωριού τον καιρό του. Άτομο σεβαστό και ευυπόληπτο. Το ύφος του παιδιού έδινε σαφή εντολή στον ηλικιωμένο άντρα να συνεχίσει την αφήγηση.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;«Ήταν μια κρύα καλοκαιρινή νύχτα. Το δάσος με τα ελαιόδεντρα ήταν πνιγμένο στην ομίχλη. Οι φυλλωσιές των δέντρων, σε συνδυασμό με τους ήχους από τα διάφορα νυκτόβια ζώα συνέθεταν μια περίεργη, απόκοσμη μουσική συμφωνία. Μια παρέα τεσσάρων παιδιών, γύρω στα είκοσι πέντε, έκαναν τη παρουσία τους αισθητή στο χώρο.”&lt;br/&gt;«Ωραία ρε Τάσο, καλά μας έφερες εδώ, δε φεύγουμε τώρα μη χαθούμε;» ρώτησε κάπως ανήσυχα η νεότερη κοπέλα με τις φακίδες στα μάγουλα.&lt;br/&gt;«Ηρέμισε ρε Σταυρούλα, ήρθαμε που ήρθαμε, να μην δούμε τι παίζει;» της απάντησε ο μεγαλύτερος από τα παιδιά, ο οποίος ήταν αγκαζέ με τη κοπέλα του, την Ειρήνη που από τη τρομάρα της τον έσφιγγε με όλη της τη δύναμη.&lt;br/&gt;«Κάποια φοβάται! Κάποια θέλει να γυρίσουμε πίσω!» τραγουδούσε ειρωνικά ο Μίλτος, θέλοντας να πειράξει τη Σταυρούλα. «Μου αρέσει που έλεγες εμάς κότες. Και να σκεφτείς, δική σου ιδέα ήταν να έρθουμε». Η Σταυρούλα κοίταξε αλλού, προτιμώντας να μη δώσει διάσταση στο θέμα. Στη τελική, το συναίσθημα του φόβου που ένοιωθε ήταν αρκετά έντονο για να αντικατασταθεί από αυτό του θυμού.&lt;br/&gt;«Χαλαρώστε ρε, μύθοι είναι. Έτσι κι αλλιώς κοντεύει μία η ώρα. Στοίχημα πως δε θ’ ακούσουμε κάτι παραπάνω από αυτά που ήδη ακούμε τώρα» προσπάθησε να τους καθησυχάσει ο Τάσος και έσφιξε την Ειρήνη στην αγκαλιά του. Εκείνη δεν είχε βγάλει λέξη. Δε το συνήθιζε άλλωστε. Ήθελε κι αυτή να φύγουν, να πάνε σπίτι τους στη ζεστή φωλιά τους. Μια γλυκιά σοκολάτα και μια ζεστή αγκαλιά. Αυτό ήθελε εκείνη τη στιγμή η Ειρήνη. Έτρεμε ολόκληρη, και όχι μόνο από το κρύο της νύχτας. Δεν την ένοιαζε όμως. Όσο είχε πλάι της το αγόρι της δεν την ένοιαζε τίποτα. Ήξερε πως ό,τι και να γινόταν εκείνος θα τη προστάτευε. Είχαν λογοδοθεί και περίμεναν να βρουν μια μόνιμη δουλειά για να παντρευτούν. Ήταν αρκετά νέοι για να βιαστούν. Δε τη ένοιαζε. Όσο τον είχε στην αγκαλιά της δεν την ένοιαζε τίποτα. Γενικά δεν ήταν προληπτικό άτομο. Πίστευε στα ανεξήγητα αλλά όχι και στους θρύλους. Ήξερε πως το ανθρώπινο μυαλό έχει μεγάλη φαντασία και συνάμα μεγάλη πειστικότητα. Όμως η ιδέα και μόνο πως ο θρύλος μπορεί να είναι βασισμένος σε πραγματικό γεγονός, της έφερνε ανατριχίλα. Τι είδος ανθρώπου θα μπορούσε να κάτι το τόσο βάναυσο σε μια γυναίκα και το παιδί της; Προτιμούσε να μη το σκέφτεται. Έβλεπε την όλη βόλτα σαν μια εμπειρία, μια ευχάριστη περιπέτεια που περνούσε με το αγόρι της. Προσπαθούσε τουλάχιστον.&lt;br/&gt;«Φτάσαμε παιδιά!» ακούστηκε η φωνή του Τάσου. Το μέρος ήταν απόκοσμο. Η πυκνότητα των δέντρων ήταν τρομακτική. Ένα δέντρο από μόνο του φαίνεται άψυχο. Ένα ολόκληρο δάσος από δέντρα μοιάζει να έχει δική του πνοή. Μοιάζει ζωντανό. Έτσι και το δάσος με τα ελαιόδεντρα. Σα να τους μιλούσε, σα να τους παρότρυνε να φύγουν από κει και μάλιστα όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Στο σημείο που βρίσκονταν τα παιδιά ήταν μια γέρικη ελιά. Ίσως η πιο γέρικη από όλες τις ελιές το δάσους. Αν είχε στόμα αυτή η ελιά... Πόσες ιστορίες θα μπορούσε να διηγηθεί... Πόσες αλήθειες θ’ αποκάλυπτε... Το φεγγάρι είχε κρυφτεί πίσω από ένα σύννεφο και το μόνο φως των παιδιών προέρχονταν από τα φανάρια λαδιού, που κρατούσε ο καθένας τους.&lt;br/&gt;«Αν μας τελειώσει το λάδι στα φανάρια, που θα βρούμε άραγε;!» ρώτησε ειρωνικά ο Μίλτος παρατηρώντας το πλήθος των ελιών που χάνονταν μέχρι εκεί που τελείωνε το οπτικό του πεδίο, και άρχισε να γελάει μόνος του. Κανείς δεν έμοιαζε να τον προσέχει οπότε άρχισε να σοβαρεύει και πάλι.&lt;br/&gt;«Ωραία φτάσαμε, τώρα τι;»&lt;br/&gt;«Τι εννοείς βρε Σταυρούλα «τι;» περιμένουμε, να δούμε».&lt;br/&gt;«Θα περιμένουμε πολύ ακόμα ρε Τάσο; Αυτό εννοώ;»&lt;br/&gt;«Αμάν βρε ανυπόμονο πλάσμα, δε πήγε ακόμα μία».&lt;br/&gt;«Θα περιμένω μέχρι τις μία και τέταρτο. Αν δε τρομάξω με κάτι, έφυγα» προειδοποίησε η Σταυρούλα και κάθισε στη παχιά ρίζα του δέντρου προσπαθώντας να δείχνει αντί για τρομαγμένη, ανυπόμονη και δύσπιστη.&lt;br/&gt;«Καλά μωρέ! Έτσι κι αλλιώς όλοι θα φύγουμε εκείνη την ώρα».&lt;br/&gt;Η ώρα περνούσε, κόντευε μία. Τα παιδιά δεν είχαν ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα μεταξύ τους, εντείνοντας έτσι ακόμα περισσότερο την ήδη αρκετά συγκινησιακά φορτισμένη ατμόσφαιρα. Τα σύννεφα άρχιζαν να πυκνώνουν, κρύβοντας έτσι τελείως το ελάχιστο έστω φως που μάταια προσπαθούσε το φεγγάρι να τους χαρίσει απλόχερα. Βασίζονταν πλέον μόνο στα φανάρια τους. Το σκοτάδι γινόταν ολοένα και πιο βαρύ γύρω τους. Η νύχτα σε συνδυασμό με την πυκνή ομίχλη έπαιζε άσχημο παιχνίδι στην ευαίσθητη ψυχολογία των τεσσάρων αυτών παιδιών. Σαν να ένοιωθε τη παρουσία τους, σα να γνώριζε πως ήταν εκεί. Ξαφνικά, το κλάμα ενός μωρού έφτασε έντονα και δυνατά στ’ αυτιά της Σταυρούλας η οποία τινάχτηκε από τη θέση της τρομαγμένη και άρχισε να ουρλιάζει με όλη της τη δύναμη. Το φανάρι της έπεσε από τα χέρια, και αφού κύλησε λίγα μέτρα πιο κάτω, έσβησε. Δίπλα της ο Μίλτος είχε ξεκαρδιστεί από τα γέλια.&lt;br/&gt;«Έπρεπε να δεις το πρόσωπό σου!» της είπε κρατώντας τη κοιλιά του.&lt;br/&gt;«Βλαμμένο εσύ ήσουν;» του είπε αγριεμένη και του έδωσε ένα χαστούκι βάζοντας όση περισσότερη δύναμη μπορούσε στα τρεμάμενα χέρια της. Στη συνέχεια έβαλε τα κλάματα. Ο Μίλτος σοβάρεψε αμέσως και τη πλησίασε κρατώντας το κοκκινισμένο από το πόνο μάγουλό του.&lt;br/&gt;«Ρε Σταυρούλα συγγνώμη, δεν ήθελα να...»&lt;br/&gt;«Άσε με ήσυχη!» του είπε απότομα και του έκανε νόημα με το χέρι να φύγει.&lt;br/&gt;«Ρε βλάκα όλους μας τρόμαξες, δεν είναι αστείο» του είπε και ο Τάσος ο οποίος ένοιωθε τη καρδιά του να χτυπά πιο δυνατά από ποτέ.&lt;br/&gt;«Πάμε να φύγουμε...» ψέλλισε η Ειρήνη και για πρώτη φορά συμφώνησαν όλοι. Ο Τάσος και ο Μίλτος πήγαν να ηρεμήσουν τη Σταυρούλα αφήνοντας την Ειρήνη μόνη της να κρατά το κεφάλι της προσπαθώντας να ηρεμήσει. Η Ειρήνη παρατηρούσε το Τάσο να επιπλήττει το Μίλτο για το όντως ανάρμοστο και βλακώδες χιούμορ που έχει μερικές φορές. Και οι δυο τους πλησίαζαν τη Σταυρούλα και τη χάιδευαν προσπαθώντας να τη κάνουν να ηρεμήσει. Ξαφνικά η Ειρήνη κοκάλωσε. Το αίμα πάγωσε στις φλέβες της όταν άκουσε να έρχεται στ’ αυτιά της από μακριά το κλάμα ενός μωρού. Ήταν κλάμα θλίψης και πόνου μαζί. Το περίεργο ήταν πως κανείς άλλος δε το άκουγε. Όλοι φαίνονταν τόσο απορροφημένοι. Δε το άντεχε. Έκλεισε τ’ αυτιά της κι όμως... το κλάμα παρέμενε καρφωμένο στο τύμπανο του κάθε αυτιού της. Ο λυγμός ενός βρέφους που υπέφερε. Ήθελε να φωνάξει. Να φωνάξει όσο πιο δυνατά μπορούσε όμως οι λέξεις έβγαιναν ψίθυρος από το στόμα της. Τα μάτια της βούρκωσαν. Το κλάμα επέμενε. Δε σταματούσε. Τη βασάνιζε. Τη θανάτωνε ψυχολογικά. Δευτερόλεπτα αργότερα, κατάρρευσε.&lt;br/&gt;«Η Ειρήνη!» φώναξε ο Μίλτος που τη παρατήρησε πρώτος να πέφτει. Ο Τάσος έτρεξε στο μέρος της και τη πήρε στην αγκαλιά του. Ήταν αναίσθητη. Από τη τσέπη του έβγαλε ένα ρολόι. «Ωχ θεέ μου...» ψέλλισε μόλις κοίταξε την ώρα. Οι δείκτες έδειχναν μία ακριβώς.&lt;br/&gt;Τα παιδιά έφυγαν τρέχοντας από το μέρος κατευθυνόμενοι προς το μέρος που είχαν αφήσει τα ποδήλατά τους. Λίγη ώρα αργότερα βρίσκονταν στο κοντινότερο νοσοκομείο του νησιού.&lt;br/&gt;«Είναι σε κρίσιμη κατάσταση Τάσο, λυπάμαι» είπε με συμπονετικό ύφος ο γιατρός. «Δε γνωρίζω αν θα ζήσουν».&lt;br/&gt;«Ποιοι να ζήσουν γιατρέ; Μόνο την Ειρήνη φέραμε».&lt;br/&gt;«Η κοπέλα σου ήταν έγκυος. Δε ξέρω αν το γνώριζες. Ήταν στο δεύτερο μήνα. Λυπάμαι».&lt;br/&gt;Ο Τάσος σάστισε. Έμεινε ακίνητος για λίγα δευτερόλεπτα προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι συνέβη. Μέσα σε μια νύχτα θα έχανε τα πάντα. &lt;br/&gt;«Μπορώ;» ρώτησε το γιατρό δείχνοντας του τη πόρτα του δωματίου που ήταν η κοπέλα του.&lt;br/&gt;«Βεβαίως αλλά όχι για πολύ. Είναι ξύπνια αλλά ας μη την κουράσουμε».&lt;br/&gt;Με αργές κινήσεις, ο Τάσος άνοιξε τη πόρτα εισερχόμενος στο δωμάτιο. Ο Μίλτος έκανε να τον ακολουθήσει, όταν η Σταυρούλα του έκανε νόημα με το χέρι να μείνει εκεί που ήταν. Ήταν μια καθαρά προσωπική στιγμή. Μέσα στο θάλαμο, η Ειρήνη με το που τον αντίκρισε χαμογέλασε κουρασμένα.&lt;br/&gt;«Όλα θα πάνε καλά. Ο γιατρός μου είπε πως θα γίνεις περδίκι!» της είπε προσπαθώντας όσο μπορούσε να δείχνει ενθουσιασμένος. Εκείνη, λιγομίλητη όπως πάντα, αρκέστηκε στο να περάσει το χέρι της στα κατσαρά μαλλιά  του, χαϊδεύοντάς τον στοργικά. Του είπε τη της συνέβη, και γι’ αυτό που άκουσε αν και περίμενε πως δε θα τη πιστέψει. Τέλος, με αργές κινήσεις έβγαλε το μενταγιόν που φορούσε στο λαιμό και το ακούμπησε στη παλάμη του. Ήταν ένα μενταγιόν από καθαρό ασήμι με τα αρχικά &lt;br/&gt;&lt;br/&gt;«Τ &amp;amp; Ε»&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;περίτεχνα σκαλισμένα στον μπροστινή του όψη. Ο Τάσος το άνοιξε. Μέσα υπήρχαν δυο φωτογραφίες. Στ’ αριστερά ήταν εκείνος και στα δεξιά η αγαπημένη του φορώντας το πιο γλυκό χαμόγελό της.&lt;br/&gt;«Θέλω να το κρατήσεις» του ψιθύρισε με δυσκολία. «Θέλω να μη με ξεχάσεις ποτέ. Να ξέρεις πως πάντα σε αγαπούσα και δε θα πάψω ποτέ να σ’ αγαπώ». Έκανε να της μιλήσει. Εκείνη τον σταμάτησε. Του έκανε νόημα να έρθει πιο κοντά. Τα χείλη της ενώθηκαν με τα δικά του σε ένα τελευταίο αποχαιρετισμό. Ήταν τόσο απαλή, τόσο γλυκιά... Ο Τάσος βούρκωσε μόλις έπαψε να τη νοιώθει να ανταποκρίνεται στο φιλί. Προσεκτικά, την ακούμπησε στο μαξιλάρι και της έκλεισε τα μάτια. Είχε χάσει τα πάντα. Κατάλαβε το πως. Ποτέ όμως δεν κατάλαβε το “γιατί”...&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Το παιδί κοιτούσε το παππού του στα μάτια εκστασιασμένο ανυπομονώντας ν’ ακούσει περισσότερα.&lt;br/&gt;«Αυτά είχα να σου πω αγόρι μου, ελπίζω να βοήθησα στην εργασία σου».&lt;br/&gt;«Ναι παππού, ήταν πολύ ωραία ιστορία». Ο παππούς του χαμογέλασε κάπως απρόθυμα έχοντας φανερά το μυαλό του στην ιστορία. Σα να μην είχε τελειώσει ακόμα, σα να του έκρυβε κάτι.&lt;br/&gt;«Στο κρεβάτι σου τώρα, έχει πάει πολύ αργά και πρέπει να κλειδώσω τη βιβλιοθήκη μου. Πήγαινε εσύ, εγώ θα ταχτοποιήσω λίγο εδώ μέσα και μετά θα πάω κι εγώ για ύπνο». Το παιδί ένευσε, μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε για το δωμάτιό του, κλείνοντας απαλά τη πόρτα πίσω του. Ο ηλικιωμένος άντρας πλησίασε με αργές κινήσεις το παλαιό, σκαλιστό γραφείο του. Από τη τσέπη του έβγαλε ένα σκουριασμένο κλειδί και το εφάρμοσε στη συρταριέρα του, ξεκλειδώνοντας τη. Με ευλαβικές κινήσεις, έβγαλε ένα κόκκινο μεταξωτό πανί. Ξετυλίγοντάς το αργά φανέρωσε ένα πολύ παλαιό μενταγιόν με τα αρχικά &lt;br/&gt;&lt;br/&gt;«Τ &amp;amp; Ε»&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;περίτεχνα σκαλισμένα πάνω του. Με δάκρυα στα μάτια, το έβγαλε από τη θήκη του και το χάιδεψε νοσταλγικά...&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;---ΤΕΛΟΣ---&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Δημήτρης Κόνταρης&lt;br/&gt;</description>
      <enclosure url="http://dkontaris.com/site/Greek_Blog/Entries/2006/5/11_To_Dasos_me_ta_Elaiodentra_files/09antikleiasshade.png" length="752914" type="image/png"/>
    </item>
  </channel>
</rss>

