Ιστορία

 

“Το Τρένο Για Θεσσαλονίκη”

 

   Δεν ήταν η πρώτη φορά που ταξίδευε με τρένο. Ούτε ήταν η μεγαλύτερη απόσταση που έχει διανύσει ποτέ. Ήταν όμως η πρώτη φορά που ταξίδευε για αυτό το σκοπό. Ο  πατέρας του νοσιλευόταν στο νοσοκομείο. «Καλπάζουσα μορφή καρκίνου» του είχαν ανακοινώσει τηλεφωνικά οι γιατροί. Η μητέρα του με δυσκολία άρθρωνε τις λέξεις στο τηλέφωνο. Έπρεπε να πάει όσο το δυνατό πιο γρήγορα στη Θεσσαλονίκη όπου ήταν και η υπόλοιπη οικογένεια για συμπαράσταση. Το βλέμμα του Μανόλη ήταν καρφωμένο στο παράθυρο. Κοιτούσε έξω την λευκή ομορφιά της φύσης του χειμώνα δίχως να της δίνει ιδιαίτερη σημασία. Άλλωστε το μυαλό του ήταν καρφωμένο αλλού. Δεν άντεχε στη σκέψη ότι θα έχανε το πατέρα του. Και μάλιστα τόσο άδικα. Προσπαθούσε να ελπίζει σε κάτι αλλά είχε χάσει τη πίστη του εδώ και χρόνια.


   Είχαν ήδη περάσει δυο γεμάτες ώρες ταξιδιού και έμεναν ακόμα τέσσερις ώσπου το τρένο να φτάσει στο τελικό προορισμό του. Δίπλα στο Μανόλη καθόταν μια ηλικιωμένη γυναίκα που τον παρατηρούσε από την αρχή του ταξιδιού. Της έκανε εντύπωση τι θα μπορούσε να απορροφήσει τόσο πολύ τη σκέψη ενός νεαρού ώστε να μη παίρνει το βλέμμα του από το παράθυρο εδώ και δύο ώρες. Ταξίδευε μόνος δεν είχε ακουστικά να ακούει μουσική όπως οι περισσότεροι στην ηλικία του και το κυριότερο, δεν έπαιρνε το βλέμμα του από το παράθυρο. Ο Μανόλης ένιωσε το βλέμμα της ηλικιωμένης γυναίκας που τον περιεργάζονταν και άρχισε να νοιώθει κάπως άβολα.


   «Τι είναι αυτό που σε απασχολεί νεαρέ μου;» τόλμησε τελικά να τον ρωτήσει η περίεργη αυτή γυναίκα.

   Ο Μανόλης γύρισε αργά το κεφάλι να βεβαιωθεί ότι μιλούσε σε αυτόν αλλά συνέχισε να κοιτάει έξω από το παράθυρο προσποιούμενος ότι δεν την άκουσε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που μια ηλικιωμένη κυρία θα του έπιανε συζήτηση προσπαθώντας να κάνει το ταξίδι της πιο ευχάριστο και το δικό του πιο βασανιστικό, φορτώνοντάς του όλα της τα προβλήματα... εκτός του ότι δεν είχε καμία απολύτως όρεξη να ξεκινήσει κουβέντα με μια άγνωστη κυρία δεν είχε καμία διάθεση να συζητήσει μαζί της το τόσο σοβαρό πρόβλημα που τον απασχολούσε. Άλλωστε ήταν πολύ κλειστός χαρακτήρας και δεδομένης της κατάστασης, πρόσχερα αντικοινωνικός.


   Η ηλικιωμένη γυναίκα χαμογέλασε απαλά. «Αν δε μοιράζεσαι τα προβλήματά σου με κάποιον, δύσκολα θα βρεις το δρόμο για τη λύση τους. Ξέρω, εγώ είμαι μια άγνωστη γριά που έτυχε να καθίσει δίπλα σου σε αυτό το ταξίδι και την οποία δεν έχεις ξαναδεί αλλά που ξέρεις, μια γνωριμία ή μια άποψη κάποιου τρίτου ίσως αποβεί σωτήρια και δώσει λύση σε ότι είναι αυτό που σε απασχολεί».

   «Δεν υπάρχει λύση για αυτό που με απασχολεί..» είπε με απαλό τόνο ο Μανόλης στρεφόμενος αργά προς το μέρος της γυναίκας. Εκείνη χαμογέλασε διακριτικά γιατί κατάφερε να του αποσπάσει προσοχή και να της δώσει τη στοιχειώδη έστω σημασία που αναζητούσε.

   «Για όλα τα πράγματα υπάρχουν λύσεις. Άλλες είναι περισσότερο και άλλες λιγότερο ευχάριστες. Θα πρέπει να κοιτάμε τα πράγματα σφαιρικά και με ψυχραιμία.»

   «Και εκείνα για τα οποία δε μπορούμε να κάνουμε απολύτως τίποτα;»

   «Τα πάντα γίνονται για κάποιο λόγο. Για τίποτα δε πρέπει να απελπιζόμαστε και να το βάζουμε κάτω. Αν υπάρχουν προβλήματα για τα οποία υπάρχει λύση και περνά από το χέρι μας δε πρέπει να απελπιζόμαστε αλλά να προσπαθήσουμε να βάλουμε τα δυνατά μας για την επίλυσή τους. Αν από την άλλη υπάρχουν προβλήματα για τα οποία δε μπορούμε όπως λες να κάνουμε απολύτως τίποτα, και πάλι δε πρέπει να το βάζουμε κάτω και να δούμε πως θα μετριαστεί το κακό. Συμφωνώ ότι είναι φυσικό να υπάρχει έντονο το συναίσθημα της στενοχώριας. Όμως αν το αφήσεις να σε καταβάλλει και τα παρατήσεις αυτό θα γεννήσει πολύ περισσότερα προβλήματα και θα σε οδηγήσει σε μεγάλο αδιέξοδο.

   Η ζωή είναι γεμάτη προβλήματα νέε μου, άλλα σημαντικά και άλλα λιγότερο. Ανάλογα με το πως τα αντιμετωπίζεις δείχνει από τι «πάστα» είσαι φτιαγμένος, όπως λένε και στο χωριό μου. Μερικές φορές οι νέοι ψάχνετε για τη ζωή που κρύβεται πίσω από κάθε πρόβλημα. Μεγαλώνοντας θα αντιληφθείτε πως τα προβλήματα αυτά είναι η ζωή και ο τρόπος επίλυσής τους η λεγόμενη «μοίρα».

  

Ο Μανόλης έμεινε να κοιτάζει την γυναίκα σα χαμένος. Έμοιαζε να έχει δίκιο σε ότι έλεγε. Αλλά σκεφτόταν πως εύκολα κάποιος τα λέει αλλά δύσκολα τα εφαρμόζει σε περίπτωση που του τύχει κάτι ανάλογο. Δε μπορούσε να βγάλει από το μυαλό το πατέρα του. Τις στιγμές που πέρασαν μαζί, τις καλές και τις δύσκολες, τις συμβουλές που του έδινε και πως όλα αυτά τελείωναν εκεί. Στην ανάμνηση. Δεν ένοιωθε έτοιμος για κάτι τέτοιο. Αυτές οι στιγμές ήταν ουσιαστικά η πηγή της στενοχώριας που του έλεγε η ηλικιωμένη γυναίκα. Και δυστυχώς ήταν αστείρευτη. Τα μάτια του κοκκίνισαν και ένα δάκρυ πήγε να ξεφύγει από τα μάτια του. Το σκούπισε αμέσως θεωρώντας το δείγμα αδυναμίας μετά από όσα του είπε η γυναίκα.

   Εκείνη τον περιεργάζονταν προσπαθώντας να τον ψυχολογήσει, σαν να ήθελε να διαβάσει τη σκέψη του. Είχε σοβαρέψει αρκετά και ενώ το έκανε αυτό έτριβε απαλά το σταυρό από το κομποσκοίνι που είχε στο χέρι της. Κάτι την έκανε να θέλει να βοηθήσει αυτό το παιδί και για να το καταφέρει έπρεπε πρώτα να μάθει την αιτία της βαθιάς στενοχώριας που ένοιωθε ότι είχε.


   «Πιστεύεις στα θαύματα;» τον ρώτησε. Ο Μανόλης ξαφνιάστηκε από το απρόσμενο της ερώτησης. Ήξερε ότι θα στενοχωρούσε τη γιαγιούλα αλλά του ήρθε αυθόρμητα να απαντήσει ειλικρινά.

   «Όχι, έχω χάσει τη πίστη μου εδώ και πολύ καιρό..»

   «...κακώς... σε καταλαβαίνω γιατί έτσι ήμουν κι εγώ στα νιάτα σου αλλά με τα χρόνια θα καταλάβεις πως η πίστη σε γεμίζει ελπίδα για ζωή, η οποία έχει τη «θαυματουργή» ιδιότητα να απαλύνει το πόνο σου και να σε κάνει να μη το βάζεις κάτω.»

   «Δε μπορώ να πιστέψω σε κάτι που δεν έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει..»

   «..Ούτε όμως έχει αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει... μερικές φορές το μόνο που χρειάζεται είναι να κλείσεις τα μάτια και να νοιώσεις απαλλαγμένος από κάθε μάταιη αναζήτηση για απαντήσεις μέσω της λογικής, γιατί μερικές φορές οι παρωπίδες της λογικής δε σε αφήνουν να καταλάβεις και να αντιληφθείς αυτά τα οποία αδυνατεί να εξηγήσει. Αυτές οι «απορίες» που μένουν είναι οι «αποδείξεις» που αναζητάς.»

   Ο Μανόλης τη κοιτούσε επεξεργάζοντας τα λόγια που μόλις του είπε. Ξαφνικά ένοιωσε το χέρι της γυναίκας να πιάνει το δικό του. Ήταν ζεστό παρόλο το κρύο που επικρατούσε στο μέτρια κλιματιζόμενο βαγόνι.

   «Πάρε αυτό το κομποσκοίνι.» του είπε με απαλή φωνή ενώ του ακουμπούσε το κομποσκοίνι που κρατούσε προηγουμένως στο χέρι της. «Προσπάθησε να μη χάνεις τη πίστη σου και ποτέ μη σταματάς να ελπίζεις. Ακόμα και αν τα πράγματα μερικές φορές δεν έρχονται όπως τα θέλουμε. Άλλωστε έχε κατά νου όπως σου είπα και πριν πως αυτές οι κακουχίες είναι η ζωή.» του είπε απαλά και ξαπλώνοντας βαθιά στο κάθισμά της, έκλεισε τα μάτια της.

   «Ευχαριστώ αλλά...» δε πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του όταν ένοιωσε τη γυναίκα να του σφίγγει και πάλι το χέρι

   «Κοιμήσου. Φαίνεσαι πολύ κουρασμένος. Θα δεις ότι μόλις ξυπνήσεις τα πράγματα θα είναι πολύ καλύτερα.» του απάντησε έχοντας κλειστά τα μάτια της και άφησε το χέρι του παιδιού στο οποίο πλέον βρισκόταν το κομποσκοίνι της. Ο Μανόλης τη παρατηρούσε να ανοιγοκλείνει απαλά το στόμα σα να έκανε κάποιου είδους προσευχή. Κούνησε με δυσπιστία αργά το κεφάλι του και έγειρε προς το παράθυρο. Η αλήθεια ήταν πως πλέον ένοιωθε λίγο πιο ήρεμος από πριν. Τελικά η όλη συζήτηση ίσως και να τον ωφέλησε απρόσμενα. Ένοιωθε τα βλέφαρά του να βαραίνουν. Ο ήχος από το βαγόνι που έτριζε έμοιαζε να ερχόταν από τούνελ. Η ηρεμία στον τόνο της φωνής της γυναίκας είχε χροιά νανουρίσματος. Τα λόγια της είχαν μικρές δόσης αλήθειας και ακόμη και τα αμφισβητήσιμα μέρη σε αυτά που του έλεγε δεν έπαυαν να τον κάνουν να νοιώθει έστω και ελαφρώς καλύτερα. Σκεφτόταν πως όντως, αν ακολουθήσει το δρόμο της απελπισίας και καταστροφολογίας θα χάσει το νόημα της ζωής και όποια ένδειξη μαχητικότητας που ρέει στις φλέβες του θα αντικατασταθεί από αυτή της οκνιρίας και μεμψιμοιρίας που θα τον οδηγήσουν στην απραξία και την αδράνεια. Αυτό ήταν σίγουρα κάτι που σε καμία περίπτωση δε θα ήθελε ο πατέρας του να συμβεί αν τα πράγματα πάρουν στραβή πορεία.


   Οι σκέψεις του αυτές τον όπλιζαν με ελπίδα. «Όλα θα πάνε καλά». Συλλογίστηκε και χαμογέλασε ελαφρά. «Ότι και να γίνει, θα φροντίσω να πάνε όλα καλά.»

   «..Και πολύ καλά θα κάνεις..» σιγομουρμούρισε η ηλικιωμένη γυναίκα σα να διάβαζε τη σκέψη του..». Σήκωσε το γερασμένο χέρι της και του χάιδεψε απαλά τα μαλλιά. Ο Μανόλης είχε ήδη κοιμηθεί..


   «..Επόμενος σταθμός Θεσσαλονίκη. Τερματικός σταθμός. ...Επαναλαμβάνω...». Ο Μανόλης άνοιξε αργά τα μάτια.. κοιμόταν ώρες τώρα και ούτε που το είχε καταλάβει. «... και να προσέχετε τα προσωπικά σας αντικείμενα...» συνέχιζε η αντρική φωνή από το ηχείο.

   «Φτάσαμε κιόλας.. μα τι στο καλό, πόσες ώρες κομόμουν..;». Όπως έκανε να σηκωθεί ένοιωσε σαν κατι να του έπεσε. Έσκυψε να το σηκώσει.. «το κομποσκοίνι της γιαγιάς..» γύρισε απότομα το βλέμμα του στη διπλανή θέση. Η γυναίκα δεν ήταν εκεί. «..μα που πήγε..; ..μπορεί να σηκώθηκε να προλάβει να κατέβει..».

   Στο βαγόνι επικρατούσε ο γνωστός πανικός της τελευταίας στιγμής που όλοι κοιτάνε ποιός θα προλάβει να πάει πρώτος στην έξοδο μήπως προλάβουν τα ταξί που περίμεναν απ’ έξω. Ο Μανόλης γύρισε το βλέμμα μήπως τη δει στο πλήθος αλλά τίποτα. Ήταν σαν να είχε εξαφανιστεί.. Σιγά σιγά του ήρθαν οι εικόνες του ταξιδιού. Η ηλικιωμένη, ο διάλογος που είχαν, ο σκοπός που ταξίδευε, ο πατέρας του, και τέλος, η φιγούρα της μητέρας του που θα τον περίμενε. Πως να είναι έραγε; Πως να την ηρεμήσει, τι να της πει; Λογικά τώρα θα είναι στο νοσοκομείο δίπλα του. Δεν ήθελε να προχωρήσει άλλο η σκέψη του. «Όλα θα πάνε καλά.» μουρμούριζε και ας μη το πίστευε.


   Το τραίνο άρχισε να μειώνει ταχύτητα ενώ η αποβάθρα του σταθμού Θεσσαλονίκης άρχισε να προβάλλει. Η πόρτες άνοιξαν και ο Μανόλης κατέβηκε τις σκάλες προσπαθώντας να κουμαντάρει τη βαλίτσα που είχε μαζί του.

«Μανόλη;» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή στο βάθος. «Μανόλη;». Ο Μανόλης σήκωσε το βλέμμα και είδε την αδερφή του να κατευθύνεται προς το μέρος του προσπαθώντας να δημιουργήσει δρόμο ανάμεσα στο πλήθος. Άφησε τη βαλίτσα και πήγε προς το μέρος της.

   «Τι κάνεις εδώ; Δεν έπρεπε να είσαι με τη μαμά; Ο πατέρας μας πως είναι;» τη ρώτησε προετοιμασμένος για το χειρότερο.

   «Είναι καλά.» του απάντησε με τρεμάμενη ψιθυριστή φωνή και δάκρυα στο πρόσωπο. «Ο μπαμπάς είναι καλά» του επανέλαβε και τον αγκάλιασε σφιχτά. Ο Μανόλης δε πίστευε αυτό που έκουγε. Αν και χαρμόσυνο το νέο ακούγονταν απίθανο.

   «Μα οι γιατροί δε του έδιναν ούτε..»

   «Δε ξέρω και δε με νοιάζει» τον έκοψε η αδερφή του. «Ξέρω ότι είναι καλά. Πριν τρεις ώρες άρχισε να αναρρώνει ώσπου σταθεροποιήθηκε η κατάστασή του. Ούτε οι γιατροί ξέρουν τι έγινε. Σημασία έχει ότι είναι μαζί μας.» Ο Μανόλης χαμογέλασε. Τα λόγια της γιαγιάς του ήρθαν στο μυαλό: «Κοιμήσου. Φαίνεσαι πολύ κουρασμένος. Θα δεις ότι μόλις ξυπνήσεις τα πράγματα θα είναι πολύ καλύτερα.» Με την άκρη του ματιού του ένιωσε τη παρουσία της. Γέρισε το βλέμμα και ήταν εκεί. Του χαμογελούσε.

«Στάσου!» φώναξε και πήγε προς το μέρος της. Η αδερφή του απόρησε. Το τρόλεϊ με τις βαλίτσες πέρασε από μπροστά του. Η γυναίκα είχε εξαφανιστεί. Η αδερφή του έτρεχε τον προλάβει. «Τι έχεις, όλα καλά; Σε ποιον φωνάζεις;». «Τίποτα αδερφή» της απάντησε χαμογελαστός. «Πάμε να δούμε τον πατέρα. Θέλω να τον αγκαλιάσω» της είπε σηκώνοντας τη βαλίτσα ενώ έσφιξε το κομποσκοίνι που είχε στη τσέπη.




--- ΤΕΛΟΣ ---



Δημήτρης Κόνταρης

 

Thursday, April 16, 2009

 
 

next >

< previous