Ιστορία
Ιστορία
Το Δάσος με τα Ελαιόδεντρα
Ήταν αργά το βράδυ. Στη πλατεία του χωριού, η καμπάνα του ρολογιού της εκκλησιάς χτύπησε μονότονα έντεκα φορές. Σ’ ένα σπίτι, λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα, ένα φως τρεμόπαιζε στο υπόγειο. Ήταν το φως ενός κεριού που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι του χώρου. Η μοναδική πηγή φωτισμού που έδινε μυστηριακό χαρακτήρα στην ατμόσφαιρα. Δίπλα, ένας νέος ξεφύλλιζε με μεγάλη προσοχή και απαράμιλλο ενδιαφέρον ένα παλιό σκονισμένο βιβλίο με τίτλο «Μύθοι και θρύλοι». Οι σελίδες του ήταν κιτρινισμένες από το χρόνο και την υγρασία. Το παιδί φαινόταν απορροφημένο ενώ δίπλα του είχε μια διπλωμένη κόλα χαρτιού μεγέθους Α4 που κρατούσε τις σημειώσεις του. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν το προσεκτικό γύρισμα των εύθραυστων σελίδων του κατά τα φαινόμενα υπερπολύτιμου βιβλίου που βρέθηκε στα χέρια του. Το ηχητικό τοπίο ήρθε να διαταράξει ο ήχος μιας σόλας παπουτσιού, καθώς κατέβαινε τις σκάλες βηματίζοντας προς το υπόγειο.
«Τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα;» ρώτησε με αργό και ήρεμο τόνο μια βαριά φωνή που μόνο σε ηλικιωμένο θα μπορούσε να ανήκει.
«Είναι για την εργασία μου παππού. Πρέπει να τη παραδώσω σε λίγες μέρες. Μας έβαλαν να βρούμε στοιχεία για τους θρύλους. Χωριών, νησιών, οτιδήποτε αξιοσημείωτο είναι ευπρόσδεκτο.»
«Βρήκες τίποτα ενδιαφέρον;»
«Ναι, αυτό το βιβλίο» το σήκωσε με ευλάβεια, δείχνοντας τον τίτλο στον ηλικιωμένο άντρα.
«Είναι πολύ παλαιό αλλά αρκετά καλό βιβλίο» παρατήρησε ο γέρος και έμοιαζε να αφαιρέθηκε για λίγο.
«Συνέχισε τη δουλειά σου αγόρι μου, εγώ ήρθα εδώ κάτω γιατί παραξενεύτηκα που τέτοια ώρα κάποιος βρίσκεται στο χώρο της βιβλιοθήκης μου, δε θέλω η παρουσία μου να αποσπάσει μέρος από τον πολύτιμο χρόνο σου. Όταν τελειώσεις πάντως, φρόντισε σε παρακαλώ να βάλεις το βιβλίο πίσω στη θέση του, μαζί με τα άλλα. Θέλω τα βιβλία μου να διατηρούνται σε όσο το δυνατόν καλύτερη κατάσταση» του υπέδειξε και με το ίδιο αργές κινήσεις άρχισε να απομακρύνεται από το χώρο.
«Παππού;»
«Τι είναι αγόρι μου;»
«Εσύ ξέρεις καμία ιστορία;»
«Σαν τι ιστορία δηλαδή;»
«Τίποτα, ξέρεις, θρύλους. Ιστορίες σαν αυτές που μου έλεγες όταν ήμουν μικρός στο κρεβάτι για ν’ αποκοιμηθώ». Ο ηλικιωμένος άντρας κοντοστάθηκε. Το πρόσωπό του σοβάρεψε ελαφρά και μετά από μια μικρή παύση ξεκίνησε ξανά την πορεία του προς τις σκάλες.
«Δε ξέρω εγώ από τέτοιες ιστορίες...» μουρμούρισε νωχελικά.
«Έλα παππού, όλο και κάτι θα έχεις ακούσει! Θέλω ν’ ακούσω μια τέτοια ιστορία από σένα. Όπως την έχεις ακούσει εσύ. Αρκετά με αυτό το βιβλίο» παρακάλεσε το παιδί και έκλεισε το βιβλίο με προσοχή. Ένα μικρό κύμα αέρα που προήλθε από το απότομο κλείσιμο του βιβλίου, έκανε το κερί να τρεμοπαίζει ακόμα περισσότερο με κίνδυνο να σβήσει. Η ζεστή ατμόσφαιρα του χώρου το επανέφερε στην αρχική του κατάσταση. Στο χώρο επικρατούσε σιωπή. Ο παππούς του παιδιού σταμάτησε ξανά. Κρέμασε το κεφάλι. Πήρε μια βαθιά ανάσα και με αργές κινήσεις γύρισε προς το μέρος του εγγονού του.
«Η αλήθεια είναι πως ξέρω μια ιστορία. Και μάλιστα έχει σχέση με το νησί μας. Λίγοι την έχουν ακούσει και γι’ αυτό είναι μάλλον απίθανο να τη διαβάσεις κάπου ή να την ακούσεις από κάποιον». Το παιδί ήδη κρεμόταν από τα χείλη του παππού του. Εκείνος ήρθε κοντά του, και κάθισε στο τραπέζι ακριβώς απέναντί του. Το τρεμάμενο κερί στο κέντρο, πρόσδιδε στην ατμόσφαιρα την παραμυθένια και συνάμα μυστηριακή αίσθηση που αναζητούσε. «Έχεις ακούσει για το δάσος με τα ελαιόδεντρα;». Το παιδί ένευσε αρνητικά.
«Σύμφωνα με το θρύλο, είναι ένα μέρος εδώ στο νησί μας που αν πας στις μία η ώρα τα χαράματα και ακούσεις με προσοχή, ανάμεσα στον γλυκό ήχο του ανέμου που περνάει από την φυλλωσιά των δέντρων, ακούγονται τα κλάματα ενός βρέφους. «Λυγμοί» είναι η λέξη που θα τα χαρακτήριζε περισσότερο. Λέγεται πως τα παλαιά χρόνια, τότε που το νησί μας βρισκόταν κάτω από την κατοχή των άγγλων, ζούσε κι ένας λόρδος ο οποίος έτρεφε ξεχωριστό ενδιαφέρον στις γυναίκες. Αν και παντρεμένος, τίποτα δεν τον εμπόδιζε να πηγαίνει με άλλες, ιδιαίτερα με τις υπηρέτριές του, στις οποίες έτρεφε ιδιαίτερη αδυναμία. Μια φορά λοιπόν τον πλησιάζει μια υπηρέτρια αποκαλύπτοντας του πως ήταν έγκυος και στα σπλάχνα της κουβαλούσε το δικό του το παιδί. Εκείνος έξαλλος, τη διέταξε να το αποβάλλει αμέσως μη θέλοντας ο διάδοχός του να είναι εξώγαμος γιος μιας φτωχής υπηρέτριας. Εκείνη την επομένη του είπε ψέματα πως έκανε την έκτρωση, θέλοντας να κρατήσει το παιδί. Λίγους μήνες μετά, ο Λόρδος παρατήρησε τη κοιλιά της υπηρέτριάς του να μεγαλώνει, ενώ στο σπίτι άρχισαν τα κουτσομπολιά περί πατρότητας του παιδιού. Μετά από μια έντονη διαμάχη με τη γυναίκα του, ο Λόρδος ξύπνησε τα μεσάνυχτα την υπηρέτρια, την έβαλε στην άμαξά του και την πήγε στο δάσος με τα ελαιόδεντρα. Εκεί άρχισε να τη χτυπάει δυνατά για το ψέμα που του είχε πει και τη πλεκτάνη που του έστησε. Την ίδια στιγμή, πόνοι γέννας έπιασαν τη γυναίκα η οποία τον παρακαλούσε να φωνάξει ένα γιατρό για την ξεγεννήσει. Ο Λόρδος όχι μόνο αδιαφόρησε για τα νερά που είχαν σπάσει κι έτρεχαν στα πόδια της αλλά συνέχισε να τη χτυπάει ακόμα πιο δυνατά. Η γυναίκα έπεσε στο έδαφος από τους πολλαπλούς πόνους της γέννας και του λόρδου κλαίγοντας και ικετεύοντας το λόρδο να σταματήσει. Εκείνος την άφησε εκεί, μόνη και αβοήθητη μες το σκοτάδι. Επιβιβάστηκε στην άμαξά του και χάθηκε από τα μάτια της υπηρέτριας επιστρέφοντας στο κάστρο. Στη πορεία του αυτή, ο ήχος της καμπάνας της εκκλησιάς του χωριού ακούστηκε να χτυπά μία φορά. Ο μονότονος αυτός ήχος που υπό άλλες συνθήκες θα είχε σβήσει μονομιάς, αντήχησε στα βουνά του χωριού σημαίνοντας πως κάτι κακό είχε μόλις συμβεί. Την επόμενη μέρα η γυναίκα βρέθηκε νεκρή, με ένα άψυχο βρέφος στην αγκαλιά της μέσα σε μια λίμνη αίματος. Από τότε, λένε πως όποια έγκυος γυναίκα ακούσει στο δάσος με τα ελαιόδεντρα το βρέφος να κλαίει τη δεδομένη χρονική στιγμή, αμέσως αποβάλλει.»
Το παιδί τον παρακολουθούσε με αμείωτο ενδιαφέρον έχοντας σημειώσει στη μνήμη του τον καλύτερο ίσως θρύλο για την εργασία του. Τα μάτια του παππού του ήταν εκφραστικά. Η γλαφυρή του περιγραφή είχε αφήσει τον εγγονό του άφωνο.
«Δε μπορεί να συμβαίνουν τέτοια πράγματα» ψέλλισε.
«Δε ξέρουμε τι ακριβώς συνέβη. Γι’ αυτό λέγεται και θρύλος άλλωστε».
«Ευχαριστώ πολύ παππού, πιστεύω έχω αρκετές...»
«Θα σου πω και μια άλλη» τον διέκοψε. «Σχετίζεται με το θρύλο αυτό και είναι αρκετά παλαιά». Το παιδί αν και ένοιωθε κάπως κουρασμένο, ήταν πρόθυμο και να ξενυχτήσει ακόμα ώστε ν’ ακούσει κάποια ιστορία του παππού του. Τον λάτρευε πολύ. Τον θεωρούσε πολύ σοφό άνθρωπο και τον άκουγε με προσοχή, ό,τι και να του έλεγε. Από ιστορίες μέχρι και συμβουλές για τη ζωή του. Ήταν άλλωστε ο δάσκαλος του χωριού τον καιρό του. Άτομο σεβαστό και ευυπόληπτο. Το ύφος του παιδιού έδινε σαφή εντολή στον ηλικιωμένο άντρα να συνεχίσει την αφήγηση.
«Ήταν μια κρύα καλοκαιρινή νύχτα. Το δάσος με τα ελαιόδεντρα ήταν πνιγμένο στην ομίχλη. Οι φυλλωσιές των δέντρων, σε συνδυασμό με τους ήχους από τα διάφορα νυκτόβια ζώα συνέθεταν μια περίεργη, απόκοσμη μουσική συμφωνία. Μια παρέα τεσσάρων παιδιών, γύρω στα είκοσι πέντε, έκαναν τη παρουσία τους αισθητή στο χώρο.”
«Ωραία ρε Τάσο, καλά μας έφερες εδώ, δε φεύγουμε τώρα μη χαθούμε;» ρώτησε κάπως ανήσυχα η νεότερη κοπέλα με τις φακίδες στα μάγουλα.
«Ηρέμισε ρε Σταυρούλα, ήρθαμε που ήρθαμε, να μην δούμε τι παίζει;» της απάντησε ο μεγαλύτερος από τα παιδιά, ο οποίος ήταν αγκαζέ με τη κοπέλα του, την Ειρήνη που από τη τρομάρα της τον έσφιγγε με όλη της τη δύναμη.
«Κάποια φοβάται! Κάποια θέλει να γυρίσουμε πίσω!» τραγουδούσε ειρωνικά ο Μίλτος, θέλοντας να πειράξει τη Σταυρούλα. «Μου αρέσει που έλεγες εμάς κότες. Και να σκεφτείς, δική σου ιδέα ήταν να έρθουμε». Η Σταυρούλα κοίταξε αλλού, προτιμώντας να μη δώσει διάσταση στο θέμα. Στη τελική, το συναίσθημα του φόβου που ένοιωθε ήταν αρκετά έντονο για να αντικατασταθεί από αυτό του θυμού.
«Χαλαρώστε ρε, μύθοι είναι. Έτσι κι αλλιώς κοντεύει μία η ώρα. Στοίχημα πως δε θ’ ακούσουμε κάτι παραπάνω από αυτά που ήδη ακούμε τώρα» προσπάθησε να τους καθησυχάσει ο Τάσος και έσφιξε την Ειρήνη στην αγκαλιά του. Εκείνη δεν είχε βγάλει λέξη. Δε το συνήθιζε άλλωστε. Ήθελε κι αυτή να φύγουν, να πάνε σπίτι τους στη ζεστή φωλιά τους. Μια γλυκιά σοκολάτα και μια ζεστή αγκαλιά. Αυτό ήθελε εκείνη τη στιγμή η Ειρήνη. Έτρεμε ολόκληρη, και όχι μόνο από το κρύο της νύχτας. Δεν την ένοιαζε όμως. Όσο είχε πλάι της το αγόρι της δεν την ένοιαζε τίποτα. Ήξερε πως ό,τι και να γινόταν εκείνος θα τη προστάτευε. Είχαν λογοδοθεί και περίμεναν να βρουν μια μόνιμη δουλειά για να παντρευτούν. Ήταν αρκετά νέοι για να βιαστούν. Δε τη ένοιαζε. Όσο τον είχε στην αγκαλιά της δεν την ένοιαζε τίποτα. Γενικά δεν ήταν προληπτικό άτομο. Πίστευε στα ανεξήγητα αλλά όχι και στους θρύλους. Ήξερε πως το ανθρώπινο μυαλό έχει μεγάλη φαντασία και συνάμα μεγάλη πειστικότητα. Όμως η ιδέα και μόνο πως ο θρύλος μπορεί να είναι βασισμένος σε πραγματικό γεγονός, της έφερνε ανατριχίλα. Τι είδος ανθρώπου θα μπορούσε να κάτι το τόσο βάναυσο σε μια γυναίκα και το παιδί της; Προτιμούσε να μη το σκέφτεται. Έβλεπε την όλη βόλτα σαν μια εμπειρία, μια ευχάριστη περιπέτεια που περνούσε με το αγόρι της. Προσπαθούσε τουλάχιστον.
«Φτάσαμε παιδιά!» ακούστηκε η φωνή του Τάσου. Το μέρος ήταν απόκοσμο. Η πυκνότητα των δέντρων ήταν τρομακτική. Ένα δέντρο από μόνο του φαίνεται άψυχο. Ένα ολόκληρο δάσος από δέντρα μοιάζει να έχει δική του πνοή. Μοιάζει ζωντανό. Έτσι και το δάσος με τα ελαιόδεντρα. Σα να τους μιλούσε, σα να τους παρότρυνε να φύγουν από κει και μάλιστα όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Στο σημείο που βρίσκονταν τα παιδιά ήταν μια γέρικη ελιά. Ίσως η πιο γέρικη από όλες τις ελιές το δάσους. Αν είχε στόμα αυτή η ελιά... Πόσες ιστορίες θα μπορούσε να διηγηθεί... Πόσες αλήθειες θ’ αποκάλυπτε... Το φεγγάρι είχε κρυφτεί πίσω από ένα σύννεφο και το μόνο φως των παιδιών προέρχονταν από τα φανάρια λαδιού, που κρατούσε ο καθένας τους.
«Αν μας τελειώσει το λάδι στα φανάρια, που θα βρούμε άραγε;!» ρώτησε ειρωνικά ο Μίλτος παρατηρώντας το πλήθος των ελιών που χάνονταν μέχρι εκεί που τελείωνε το οπτικό του πεδίο, και άρχισε να γελάει μόνος του. Κανείς δεν έμοιαζε να τον προσέχει οπότε άρχισε να σοβαρεύει και πάλι.
«Ωραία φτάσαμε, τώρα τι;»
«Τι εννοείς βρε Σταυρούλα «τι;» περιμένουμε, να δούμε».
«Θα περιμένουμε πολύ ακόμα ρε Τάσο; Αυτό εννοώ;»
«Αμάν βρε ανυπόμονο πλάσμα, δε πήγε ακόμα μία».
«Θα περιμένω μέχρι τις μία και τέταρτο. Αν δε τρομάξω με κάτι, έφυγα» προειδοποίησε η Σταυρούλα και κάθισε στη παχιά ρίζα του δέντρου προσπαθώντας να δείχνει αντί για τρομαγμένη, ανυπόμονη και δύσπιστη.
«Καλά μωρέ! Έτσι κι αλλιώς όλοι θα φύγουμε εκείνη την ώρα».
Η ώρα περνούσε, κόντευε μία. Τα παιδιά δεν είχαν ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα μεταξύ τους, εντείνοντας έτσι ακόμα περισσότερο την ήδη αρκετά συγκινησιακά φορτισμένη ατμόσφαιρα. Τα σύννεφα άρχιζαν να πυκνώνουν, κρύβοντας έτσι τελείως το ελάχιστο έστω φως που μάταια προσπαθούσε το φεγγάρι να τους χαρίσει απλόχερα. Βασίζονταν πλέον μόνο στα φανάρια τους. Το σκοτάδι γινόταν ολοένα και πιο βαρύ γύρω τους. Η νύχτα σε συνδυασμό με την πυκνή ομίχλη έπαιζε άσχημο παιχνίδι στην ευαίσθητη ψυχολογία των τεσσάρων αυτών παιδιών. Σαν να ένοιωθε τη παρουσία τους, σα να γνώριζε πως ήταν εκεί. Ξαφνικά, το κλάμα ενός μωρού έφτασε έντονα και δυνατά στ’ αυτιά της Σταυρούλας η οποία τινάχτηκε από τη θέση της τρομαγμένη και άρχισε να ουρλιάζει με όλη της τη δύναμη. Το φανάρι της έπεσε από τα χέρια, και αφού κύλησε λίγα μέτρα πιο κάτω, έσβησε. Δίπλα της ο Μίλτος είχε ξεκαρδιστεί από τα γέλια.
«Έπρεπε να δεις το πρόσωπό σου!» της είπε κρατώντας τη κοιλιά του.
«Βλαμμένο εσύ ήσουν;» του είπε αγριεμένη και του έδωσε ένα χαστούκι βάζοντας όση περισσότερη δύναμη μπορούσε στα τρεμάμενα χέρια της. Στη συνέχεια έβαλε τα κλάματα. Ο Μίλτος σοβάρεψε αμέσως και τη πλησίασε κρατώντας το κοκκινισμένο από το πόνο μάγουλό του.
«Ρε Σταυρούλα συγγνώμη, δεν ήθελα να...»
«Άσε με ήσυχη!» του είπε απότομα και του έκανε νόημα με το χέρι να φύγει.
«Ρε βλάκα όλους μας τρόμαξες, δεν είναι αστείο» του είπε και ο Τάσος ο οποίος ένοιωθε τη καρδιά του να χτυπά πιο δυνατά από ποτέ.
«Πάμε να φύγουμε...» ψέλλισε η Ειρήνη και για πρώτη φορά συμφώνησαν όλοι. Ο Τάσος και ο Μίλτος πήγαν να ηρεμήσουν τη Σταυρούλα αφήνοντας την Ειρήνη μόνη της να κρατά το κεφάλι της προσπαθώντας να ηρεμήσει. Η Ειρήνη παρατηρούσε το Τάσο να επιπλήττει το Μίλτο για το όντως ανάρμοστο και βλακώδες χιούμορ που έχει μερικές φορές. Και οι δυο τους πλησίαζαν τη Σταυρούλα και τη χάιδευαν προσπαθώντας να τη κάνουν να ηρεμήσει. Ξαφνικά η Ειρήνη κοκάλωσε. Το αίμα πάγωσε στις φλέβες της όταν άκουσε να έρχεται στ’ αυτιά της από μακριά το κλάμα ενός μωρού. Ήταν κλάμα θλίψης και πόνου μαζί. Το περίεργο ήταν πως κανείς άλλος δε το άκουγε. Όλοι φαίνονταν τόσο απορροφημένοι. Δε το άντεχε. Έκλεισε τ’ αυτιά της κι όμως... το κλάμα παρέμενε καρφωμένο στο τύμπανο του κάθε αυτιού της. Ο λυγμός ενός βρέφους που υπέφερε. Ήθελε να φωνάξει. Να φωνάξει όσο πιο δυνατά μπορούσε όμως οι λέξεις έβγαιναν ψίθυρος από το στόμα της. Τα μάτια της βούρκωσαν. Το κλάμα επέμενε. Δε σταματούσε. Τη βασάνιζε. Τη θανάτωνε ψυχολογικά. Δευτερόλεπτα αργότερα, κατάρρευσε.
«Η Ειρήνη!» φώναξε ο Μίλτος που τη παρατήρησε πρώτος να πέφτει. Ο Τάσος έτρεξε στο μέρος της και τη πήρε στην αγκαλιά του. Ήταν αναίσθητη. Από τη τσέπη του έβγαλε ένα ρολόι. «Ωχ θεέ μου...» ψέλλισε μόλις κοίταξε την ώρα. Οι δείκτες έδειχναν μία ακριβώς.
Τα παιδιά έφυγαν τρέχοντας από το μέρος κατευθυνόμενοι προς το μέρος που είχαν αφήσει τα ποδήλατά τους. Λίγη ώρα αργότερα βρίσκονταν στο κοντινότερο νοσοκομείο του νησιού.
«Είναι σε κρίσιμη κατάσταση Τάσο, λυπάμαι» είπε με συμπονετικό ύφος ο γιατρός. «Δε γνωρίζω αν θα ζήσουν».
«Ποιοι να ζήσουν γιατρέ; Μόνο την Ειρήνη φέραμε».
«Η κοπέλα σου ήταν έγκυος. Δε ξέρω αν το γνώριζες. Ήταν στο δεύτερο μήνα. Λυπάμαι».
Ο Τάσος σάστισε. Έμεινε ακίνητος για λίγα δευτερόλεπτα προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι συνέβη. Μέσα σε μια νύχτα θα έχανε τα πάντα.
«Μπορώ;» ρώτησε το γιατρό δείχνοντας του τη πόρτα του δωματίου που ήταν η κοπέλα του.
«Βεβαίως αλλά όχι για πολύ. Είναι ξύπνια αλλά ας μη την κουράσουμε».
Με αργές κινήσεις, ο Τάσος άνοιξε τη πόρτα εισερχόμενος στο δωμάτιο. Ο Μίλτος έκανε να τον ακολουθήσει, όταν η Σταυρούλα του έκανε νόημα με το χέρι να μείνει εκεί που ήταν. Ήταν μια καθαρά προσωπική στιγμή. Μέσα στο θάλαμο, η Ειρήνη με το που τον αντίκρισε χαμογέλασε κουρασμένα.
«Όλα θα πάνε καλά. Ο γιατρός μου είπε πως θα γίνεις περδίκι!» της είπε προσπαθώντας όσο μπορούσε να δείχνει ενθουσιασμένος. Εκείνη, λιγομίλητη όπως πάντα, αρκέστηκε στο να περάσει το χέρι της στα κατσαρά μαλλιά του, χαϊδεύοντάς τον στοργικά. Του είπε τη της συνέβη, και γι’ αυτό που άκουσε αν και περίμενε πως δε θα τη πιστέψει. Τέλος, με αργές κινήσεις έβγαλε το μενταγιόν που φορούσε στο λαιμό και το ακούμπησε στη παλάμη του. Ήταν ένα μενταγιόν από καθαρό ασήμι με τα αρχικά
«Τ & Ε»
περίτεχνα σκαλισμένα στον μπροστινή του όψη. Ο Τάσος το άνοιξε. Μέσα υπήρχαν δυο φωτογραφίες. Στ’ αριστερά ήταν εκείνος και στα δεξιά η αγαπημένη του φορώντας το πιο γλυκό χαμόγελό της.
«Θέλω να το κρατήσεις» του ψιθύρισε με δυσκολία. «Θέλω να μη με ξεχάσεις ποτέ. Να ξέρεις πως πάντα σε αγαπούσα και δε θα πάψω ποτέ να σ’ αγαπώ». Έκανε να της μιλήσει. Εκείνη τον σταμάτησε. Του έκανε νόημα να έρθει πιο κοντά. Τα χείλη της ενώθηκαν με τα δικά του σε ένα τελευταίο αποχαιρετισμό. Ήταν τόσο απαλή, τόσο γλυκιά... Ο Τάσος βούρκωσε μόλις έπαψε να τη νοιώθει να ανταποκρίνεται στο φιλί. Προσεκτικά, την ακούμπησε στο μαξιλάρι και της έκλεισε τα μάτια. Είχε χάσει τα πάντα. Κατάλαβε το πως. Ποτέ όμως δεν κατάλαβε το “γιατί”...
Το παιδί κοιτούσε το παππού του στα μάτια εκστασιασμένο ανυπομονώντας ν’ ακούσει περισσότερα.
«Αυτά είχα να σου πω αγόρι μου, ελπίζω να βοήθησα στην εργασία σου».
«Ναι παππού, ήταν πολύ ωραία ιστορία». Ο παππούς του χαμογέλασε κάπως απρόθυμα έχοντας φανερά το μυαλό του στην ιστορία. Σα να μην είχε τελειώσει ακόμα, σα να του έκρυβε κάτι.
«Στο κρεβάτι σου τώρα, έχει πάει πολύ αργά και πρέπει να κλειδώσω τη βιβλιοθήκη μου. Πήγαινε εσύ, εγώ θα ταχτοποιήσω λίγο εδώ μέσα και μετά θα πάω κι εγώ για ύπνο». Το παιδί ένευσε, μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε για το δωμάτιό του, κλείνοντας απαλά τη πόρτα πίσω του. Ο ηλικιωμένος άντρας πλησίασε με αργές κινήσεις το παλαιό, σκαλιστό γραφείο του. Από τη τσέπη του έβγαλε ένα σκουριασμένο κλειδί και το εφάρμοσε στη συρταριέρα του, ξεκλειδώνοντας τη. Με ευλαβικές κινήσεις, έβγαλε ένα κόκκινο μεταξωτό πανί. Ξετυλίγοντάς το αργά φανέρωσε ένα πολύ παλαιό μενταγιόν με τα αρχικά
«Τ & Ε»
περίτεχνα σκαλισμένα πάνω του. Με δάκρυα στα μάτια, το έβγαλε από τη θήκη του και το χάιδεψε νοσταλγικά...
---ΤΕΛΟΣ---
Δημήτρης Κόνταρης
Thursday, May 11, 2006