Ιστορία
Ιστορία
Η Συγκάτoικος
«Την ιστορία αυτή, την εμπνεύστηκα από μια διήγηση μιας φίλης μου για ένα περιστατικό που όπως ισχυρίζεται είναι αληθινό και έχει συμβεί πριν από μερικά χρόνια στην Αγγλία.»
«Έμεινα πάλι μόνη…» σκέφτηκε η Τζούλια καθώς κοιτούσε αμέριμνη το ταβάνι, καθισμένη στην αναπαυτική καρέκλα της μπροστά απ’ το γραφείο της. Πάνω στο γραφείο υπήρχε ένα ανοικτό βιβλίο, μια μισοτελειωμένη κούπα γαλλικού καφέ, ένα φωτιστικό με λάμπα, το φως της οποίας μάλλον λυχνάρι θύμιζε, κι ένα αρωματικό κερί που τρεμόσβηνε. Η Τζούλια ήταν πρωτοετής φοιτήτρια αγγλικής φιλολογίας στην πιο κατάλληλη για το αντικείμενο αυτό χώρα, την Αγγλία. Ήταν εμφανίσιμη κοπέλα με μακριά καστανόξανθα μαλλιά, αναμαλλιασμένα από το νευρικό πείραγμα που τους έκανε όσο διάβαζε. Το δωμάτιό της ήταν ο μοναδικός προσωπικός της χώρος. Τους υπόλοιπους χώρους του σπιτιού, αναγκάζονταν λόγω οικονομικών δυσκολιών να τους μοιράζεται με τη συγκάτοικό της, την Τζένη. Ήταν η μοναδική Ελληνίδα που μπορούσε να βρει στην Αγγλία για συγκατοικήσουν, τουλάχιστον τον καιρό που έψαχνε απεγνωσμένα για συγκάτοικο. Άλλωστε ένα σπίτι στην καρδιά της Αγγλίας, το Λονδίνο, μόνο φτηνό δεν είναι και η οικονομική της κατάσταση καθιστούσε τη συγκατοίκηση απαραίτητη. Ποτέ δεν της άρεσε η ιδέα να μοιράζεται το χώρο της με κάποιον άλλο, πόσο μάλλον με κάποιον που δεν γνωρίζει. Η Τζένη φαινόταν καλή κοπέλα, μη καπνίστρια, απαραίτητο κριτήριο της Τζούλιας για την επιλογή συγκατοίκου και είχε και κάποια εμπειρία σ’ ότι αφορά την Αγγλία εφόσον τα πρώτα παιδικά της χρόνια τα είχε περάσει στο Manchester λόγω καταγωγής του πατέρα της. Για την Τζούλια, ήταν η τέλεια επιλογή. Η Τζούλια είναι μια εύθυμη κοπέλα με αρκετά ενδιαφέροντα κυρίως το κινηματογράφο και τη μουσική. Τρελαίνονταν να πηγαίνει σε club και γενικότερα να περνά καλά με τις φίλες και τους φίλους της.
Σήμερα ήταν πεσμένη. Διένυε περίοδο εξεταστικής και οι έξοδοι δεν χωρούσαν στο πρόγραμμά της. Έπρεπε να ολοκληρώσει το διάβασμά της το οποίο φαινόταν να μη τελειώνει ποτέ. Κοιτούσε το βιβλίο των τριακοσίων σελίδων που είχε ανοιχτό μπροστά της. Το μάτι της έπεσε στο πάνω μέρος της σελίδας. «48». Γούρλωσε τα μάτια κι έγειρε το κεφάλι της απογοητευμένη. «Δε θα τελειώσω ποτέ.» Η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό της ήταν να κλείσει το αναθεματισμένο βιβλίο, να στείλει μήνυμα στης φίλες της να μάθει που βρίσκονται και να διασκεδάσει με τη ψυχή της. Από την άλλη όμως… ο φόβος ότι θα κοβόταν στο μάθημα και μετά θα έπρεπε να το ξαναδιαβάσει μαζί με τα υπόλοιπα διπλασιάζοντας τον ήδη άπειρο αριθμό σελίδων, την προσγείωσε αρκετά. Τα ανάμεικτα αυτά συναισθήματα, η εσωτερική της πάλη με το θέλω και το πρέπει την ζάλιζαν. Ήπιε μια γουλιά απ’ το καφέ της κι βγάζοντας έναν βαρύ αναστεναγμό έφερε το βαρύ αυτό βιβλίο πιο κοντά στο μέρος της.
«Συγκεντρώσου Τζούλια, σε τρεις μέρες δίνεις Τζούλια. Και τι έχεις καταφέρει μέχρι στιγμής Τζούλια; 48 σελίδες!!! Απ’ τις 300. Με απλά μαθηματικά βγαίνει ότι σου μένουν 252 σελίδες ακόμα. Και σε τρεις μέρες γράφεις! Συγκεντρώσου λοιπόν!» Ήταν αδύνατο να βγαίνουν 84 σελίδες τη μέρα. Ο χώρος την έπνιγε. Ένοιωθε τους τοίχους να στενεύουν απειλητικά, όπως στο video clip του «erase and rewind» των Cardigans. Μόνη σ’ ένα ερημωμένο σπίτι. Πρώτη φορά ένοιωθε να χρειάζεται τη παρέα της Τζένης τόσο πολύ… μια φιλική κουβέντα, μια κοινωνική συναναστροφή, να ξεφύγει από τη μονοτονία του διαβάσματος τριακοσίων αγγλικών σελίδων χωρίς εικόνες και με μικρά γράμματα.
«Θεέ μου, τι σκεφτόμουν όταν έκανα την αίτηση… μου αρέσουν τα αγγλικά αλλά μάλλον τα προτιμώ σε μικρότερες δόσεις…» Ο φωτισμός του χώρου δε τη βοηθούσε να αλλάξει διάθεση. Το φωτιστικό φώτιζε μόνο τα απαραίτητα και το κερί που τρεμόσβηνε πάνω στο γραφείο της αν και ο αρχικός σκοπός του ήταν να προσδώσει μια ρομαντική ατμόσφαιρα στο χώρο, ο χορός των σκιών που δημιουργούσε στο τοίχο έκανε την ατμόσφαιρα μάλλον μυστικιστική.
Τα πέντε λεπτά συγκέντρωσης που της πρόσφερε αυτή η γουλιά τη βοήθησαν να ξεχαστεί, έστω και στιγμιαία. «σελίδα 49» ψέλλισε καθώς γυρνούσε σταθερά αλλά απρόθυμα τη σελίδα… Σε λίγο έπιασε τον εαυτό της να χαζεύει το τοίχο, ακίνητη για αρκετή ώρα, έχοντας στο μυαλό της οτιδήποτε άλλο εκτός από το αντικείμενο εργασίας της. Ένα γρήγορο βλέμμα έπεσε στην στοίβα από βιβλία που θρόνιαζαν στο ράφι δίπλα της. Ένοιωθε πως της έλεγαν «διάβασε μας Τζούλια, είμαστε κι εμείς εδώ! Πότε θα έρθει η σειρά μας; Διάβασε μας!»
«Στα κομμάτια!» ξέσπασε εκείνη. «Αγγλικά, αγγλικά, αγγλικά, δεν αντέχω άλλο. Θα ακούσω μουσική μήπως νοιώσω καλύτερα…» σκέφτηκε αφηνιασμένη και σηκώθηκε απότομα απ’ την καρέκλα της. Άρπαξε το Discman απ’ το κομοδίνο της, επιβεβαίωσε πως το CD με τίτλο «Επιλογές Τζούλιας» ήταν μέσα, έβαλε τ’ ακουστικά, πάτησε «play» και έριξε το σώμα της μπρούμυτα στο κρεβάτι. Η εισαγωγή απ’ το «Stairway to Heaven» των «Led Zeppelin» άρχισε να γαργαλάει γλυκά τους μουσικούς αισθητήρες του εγκεφάλου της. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της και τα μάτια της άρχισαν σταδιακά να κλείνουν. Η συλλογή από μπαλάντες που άκουγε σε συνδυασμό με το ειδυλλιακό κλίμα που της πρόσφερε ο χαμηλός φωτισμός και το απαλό άρωμα λεβάντας που άφηνε ανά διαστήματα το κερί στο χώρο την ηρεμούσαν επικίνδυνα πολύ. Λίγα λεπτά αργότερα, σφάλισε τα μάτια της, παραδίνοντας τον εαυτό της στην αγκαλιά του Μορφέα.
Το δυνατό κλείσιμο της εξώπορτας έκανε τη Τζούλια ν’ ανοίξει απότομα τα μάτια της τρομαγμένη. «Α, η Τζένη θα είναι.» σκέφτηκε και προσπάθησε να ηρεμήσει. Όντως, στ’ αυτιά της έφτασαν πνιχτά γελάκια που μόνο στη Τζένη θα μπορούσαν να ανήκουν. Όμως δεν ήταν μόνο αυτό… η Τζένη δεν μπορούσε να γελάει με τον εαυτό της. Το άκουσμα μιας βαριάς φωνής, επιβεβαίωσε τις υποψίες της Τζούλιας. «Η Τζένη έφερε σπίτι κάποιο αγόρι… Κάποιο καινούριο αγόρι… Ωχ θεέ μου αυτή η κοπέλα…» Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε αυτό η Τζένη. Και ήταν μάλιστα ένας από τους λόγους που η Τζούλια ήθελε να μένει μόνη της. Μία από τις κακές συνήθειες τις Τζένης ήταν να γυρνάει σπίτι μεθυσμένη και με κάποιο αγόρι που προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία. Άλλωστε η Τζένη ήταν πολύ όμορφη κοπέλα και συνήθιζε να προκαλεί άλλοτε με τη συμπεριφορά και άλλοτε με το ντύσιμό της. Κυρίως το δεύτερο. Η μίνι φούστα που φορούσε στις βραδινές εξόδους της μόνο φούστα δεν ήταν ενώ το ντεκολτέ της δεν άφηνε και πολλά στη φαντασία. Το κυριότερο όμως ήταν το βλέμμα της. Ένα βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις, τις οποίες, όπως διαπίστωνε και η Τζούλια λόγω έλλειψης ηχομόνωσης, τις τηρούσε πάντα. Δεν υπήρχε κάτι το οποίο να μην είχε δοκιμάσει αυτή η κοπέλα στον ερωτικό τομέα.
Η Τζούλια τη θεωρούσε επιεικώς τσούλα και απαράδεκτη αλλά κατά βάθος τη ζήλευε. Δε ζήλευε τόσο αυτά που έκανε όσο το γεγονός ότι κατόρθωνε και πραγματοποιούσε τις επιθυμίες της χωρίς αναστολές φροντίζοντας έτσι να περνάει τη φοιτητική της ζωή όσο γίνεται καλύτερα. Η Τζούλια είχε άσχημες εμπειρίες σ’ ότι αφορά το τομέα «σχέσεις». Ή θα έπεφτε σε βιτσιόζο ή σε βίαιο κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης, ή σε προβληματικούς. Μια φορά της είχε τύχει να την χωρίσει κάποιος επειδή δεν «του έκατσε» απ’ το πρώτο τους ραντεβού. Έναν άλλο τον χώρισε η ίδια μιας και τελείωνε πριν σχεδόν καν τον αγγίξει και αφού της γυρνούσε τη πλάτη, έπεφτε σε βαθύ ύπνο… «Γιατί να μου τυχαίνουν όλο περίεργοι;» συλλογίστηκε.
Ευτυχώς το τελευταίο καιρό στη ζωή της μπήκε ένα παλικάρι που της έκλεψε τη καρδιά. Αν και είχαν βγει λίγες φορές από τότε που «τα φτιάξανε», άρχισε να νοιώθει ερωτευμένη. Δε μπορούσε να πιστέψει πως η τύχη της χαμογέλασε έστω και για μια φορά. Την είχε κερδίσει με τα πολυάριθμα ραβασάκια του. Είχε φυλάξει το πρώτο που της είχε γράψει.
«Σε παρατηρώ εδώ και ώρα, είσαι πολύ όμορφη κοπέλα. Θα μπορούσαμε να ανταλλάζουμε βλέμματα για πάντα! Διασκεδαστικό! …αλλά βαρετό… εκτός αν μου χαρίσεις το όνομά σου!…»
Από τότε άρχισαν να βγαίνουν και γρήγορα έγιναν ζευγάρι. Ποτέ όμως δεν τον είχε φέρει σπίτι της. Ντρεπόταν πολύ. Δεν ήθελε η συγκάτοικός της να την ακούει όπως την άκουγε και αυτή όταν έβγαζαν τα μάτια τους με το δικό της… Άλλωστε δεν ήταν ακόμη έτοιμη να «ολοκληρώσουν» τη σχέση τους. Αν και δεν τον ήξερε ακόμη ερωτικά, ήξερε πως αυτός θα ήταν ο άντρας της ζωής της.
Την ενθουσιώδη σκέψη της διέκοψε ο ήχος των δεικτών ρολογιού με σχήμα τον ταζ που είχε κρεμασμένο στο τοίχο απέναντι από το κρεβάτι της. «Παναγία μου, πότε πήγε 2:00! Θα πρέπει να με πήρε ο ύπνος για τα καλά… Αχ όχι, τουλάχιστον ας καταφέρω να ξανακοιμηθώ μπας και ξυπνήσω αύριο νωρίτερα.» σκέφτηκε και άρχισε να ρυθμίζει το ξυπνητήρι στο κινητό της. Τα γελάκια στο διπλανό δωμάτιο έφταναν στ’ αυτιά της Τζούλιας σαν να μην υπήρχε τοίχος ενδιάμεσα αλλά τσιγαρόχαρτο. «Μα τι κάνουν, γαργαλιόνται!» στραβομουτσούνιασε και άρχισε να διαβάζει μια νουβέλα μήπως τη πάρει ο ύπνος ξανά.
Λίγα λεπτά αργότερα, τα γέλια άρχισαν να σταματάνε για να αντικαταστούν από ελαφρά βογκητά που έφταναν προοδευτικά στο δωμάτιο της Τζούλιας. «Ωχ θεέ μου… αρχίσανε» σκέφτηκε κοιτώντας προς τον τοίχο. Το περίεργο ήταν πως τα βογκητά ήταν περισσότερο πόνου παρά ηδονής. Η Τζούλια συνοφρυώθηκε. «Σε τρεις μέρες δίνω εξετάσεις. Αν χρειάζομαι κάτι αυτό είναι αυτοσυγκέντρωση και ύπνος και αυτή η φασαρία δεν με βοηθά για τίποτε απ’ τα δύο.» Σηκώθηκε ενοχλημένη απ’ το κρεβάτι, άνοιξε τη πόρτα του δωματίου της και πλησίασε προς τη πόρτα του δωματίου της Τζένης έτοιμη να την ανοίξει. Προς στιγμήν δίστασε. «Καλά είμαι χαζό, τι πάω να κάνω; Εκτός του ότι αυτή είναι μια προσωπική στιγμή της φίλης μου, αυτό που πάω να κάνω δεν είναι κάτι που θα’ θελα να μου κάνουν… σίγουρα όχι.» συλλογίστηκε και πήρε το χέρι της απ’ το χερούλι της πόρτας. Όσο δυσάρεστο και αν της ήταν, όσο ενοχλητική κι αν ήταν η κατάσταση δε μπορούσε να κάνει αλλιώς. Και το ήξερε. Μάλιστα το ήξερε από τότε που αποφάσισε λόγω των οικονομικών δυσκολιών της να συγκατοικήσει. Επέστρεψε άπραγη στο δωμάτιό της. «Χμμ…Κάποιος μου είχε πει “αν δε μπορείς ν’ αποφύγεις κάτι, διασκέδασε το.” Γιατί όχι;» σκέφτηκε και πλησίασε το τοίχο ν’ ακούσει καλύτερα. Ήταν τα πιο δυνατά βογκητά που άκουγε ποτέ από το στόμα της συγκατοίκου της. «Μπράβο, θα πέτυχε «φλέβα». Θα περνάει καλά η τυχερούλα.» σκέφτηκε και σχεδόν αυθόρμητα ένοιωσε το χέρι της να χάνεται κάτω από το νυχτικό της…
Την επόμενη μέρα η Τζούλια άνοιξε αργά και απρόθυμα τα μάτια της υπό τον ήχο του «Still loving you» των Scorpions που είχε αντιστοιχίσει για ήχο ξυπνητηριού στο κινητό της. Το κερί πάνω στο γραφείο της είχε σβήσει και οι πρώτες ηλιαχτίδες άρχισαν να εισβάλουν στο δωμάτιό της μέσα από τις χαραμάδες των παντζουριών που προσπαθούν μάταια να τις περιορίσουν. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Προέκτεινε το χέρι της ψάχνοντας πάνω στο κομοδίνο για το κινητό της, καθοδηγούμενη απ’ τη πηγή του ήχου. Όταν το βρήκε, πάτησε το αντίστοιχο πλήκτρο και το ξυπνητήρι σταμάτησε. Σηκώθηκε με δυσκολία απ’ το κρεβάτι πιέζοντας τον εαυτό της να μη ξαναξαπλώσει γιατί ήξερε πως αν το έκανε δε θα ξανασηκωνόταν. Πόσα πρωινά μαθήματα είχε χάσει έτσι… Όταν κατάφερε να συνειδητοποιήσει που βρισκόταν, βγήκε απ’ το δωμάτιό της και προχώρησε προς τη κουζίνα αγνοώντας ένα κομμάτι από χαρτί που σα γράμμα είχε «σταλεί» στην ίδια ριγμένο προφανώς κάτω απ’ τη χαραμάδα της πόρτας του δωματίου της. Καθώς ετοίμαζε καφέ παρατήρησε πως κάτω απ’ τη χαραμάδα του δωματίου της Τζένης υπήρχε ακόμα φως.
«Περίεργο…Η Τζένη δε μπορεί να κοιμηθεί ποτέ με φως. Λες να ξαναβγήκαν; Και πάλι ποιο το νόημα αφού εδώ φαινόταν πως περνούσαν καλά.» Χωρίς δεύτερη σκέψη, η Τζούλια πλησίασε τη πόρτα της συγκατοίκου της.
«Τζένηηη;» άρχισε να φωνάζει στην αρχή χαμηλόφωνα και μετά πιο δυνατά χτυπώντας παράλληλα ρυθμικά τη πόρτα. «Τζένη είσαι μέσα;». Καμία απάντηση. Η Τζούλια άρχισε να ανησυχεί. Ξαφνικά άρχισε να νοιώθει κάτι υγρό να τις χαϊδεύει τις γυμνές πατούσες. Με αργές κινήσεις κατέβασε το κεφάλι για να παρατηρήσει πως τα πόδια της άρχισαν να λερώνονται από μια πηχτή κόκκινη ουσία. Αίμα. «Θεέ μου!!!!» είπε δυνατά γουρλώνοντας τα μάτια της και άνοιξε απότομα τη πόρτα. Ένα δυνατό ουρλιαχτό έφυγε από τα χείλη της και η κούπα του καφέ έπεσε απ’ τα χέρια της γεμίζοντας το δάπεδο χιλιάδες πήλινα κομμάτια. Το θέαμα που αντίκρισαν οι πλέον δακρυσμένες κόρες των ματιών της ήταν φρικιαστικό. Η συγκάτοικός της στεκόταν γυμνή, δεμένη πάνω σε μια καρέκλα ακριβώς απέναντι από τη πόρτα με μία έκφραση τρόμου παγωμένη στο μελανιασμένο πρόσωπό της. Τα μαλλιά της ήταν δεμένα πάνω στο φωτιστικό για να κρατάνε το κεφάλι της όρθιο και από το αιδοίο της έτρεχε όλο το αίμα που είχε πλέον ποτίσει όλο το πάτωμα.
Η Τζούλια έμεινε σαστισμένη με το στόμα ορθάνοιχτο και τα μάτια βουρκωμένα να κοιτά το βανδαλισμένο, άψυχο κορμί της συγκατοίκου της. Της είχαν κοπεί τα πόδια… Έντρομη έτρεξε προς το δωμάτιό της, κλείδωσε τη πόρτα και έβαλε τα κλάματα. Δεν ήξερε τι να κάνει, πώς ν’ αντιδράσει. Ήταν κουλουριασμένη στην άκρη του κρεβατιού της κι έτρεμε ολόκληρη ποτίζοντας τα σεντόνια με ζεστά δάκρια που έτρεχαν ασταμάτητα από τα μάτια της. Το βλέμμα της έπεσε στο κομμάτι χαρτί που βρισκόταν στο πάτωμα του δωματίου της. Μάζεψε όσες δυνάμεις της είχαν απομείνει στα τρεμάμενα χέρια της και το σήκωσε να το διαβάσει. Ο γραφικός χαρακτήρας κάτι της θύμιζε. Κοκάλωσε. Προς μεγάλη της τρομάρα το χαρτί έγραφε:
«Σε άκουσα που πήγες να μπεις στο δωμάτιο να συμμετέχεις στο παιχνιδάκι μας. Είσαι απλά τυχερή που δε το έκανες. Αλλιώς τώρα κάθε δωμάτιο θα είχε και από ένα νεκρό σώμα… Διασκεδαστικό! …αλλά βαρετό…»
---ΤΕΛΟΣ---
Δημήτρης Κόνταρης
Sunday, January 8, 2006