Ιστορία
Ιστορία
“Το Δάγκωμα”
01
«Ηρέμησε παλικάρι μου, θα μπορούσε να συμβεί στο καθένα μας» εξήγησε ο γιατρός στον νέο ο οποίος τον κοιτούσε τρομαγμένος, τρέμοντας ολόκληρος καθώς του τοποθετούσε το τσιρότο στο λαιμό. «Ένα δάγκωμα ήταν από αράχνη. Και μάλιστα όχι δηλητηριώδη. Είσαι πολύ τυχερός νέε μου…πως είπαμε το όνομά σου; »
«M-Μάρκος…» απάντησε ο νέος με το ίδιο τρομαγμένο ύφος με το οποίο είχε αρχικά μεταφερθεί στο νοσοκομείο.
«Και μάλιστα είσαι διπλά τυχερός Μάρκο γιατί δε παρουσίασες καμία αλλεργική αντίδραση στο σάλιο της αράχνης όπως οι περισσότεροι. » Το βλέμμα του γιατρού έπεσε στο κλειστό χαρτόνι χυμού που κρατούσε στα χέρια του ο Μάρκος. «Πιες το χυμό που σου δώσαμε. Έχασες αρκετό αίμα και ο χυμός θα σου κάνει καλό να ξαναβρείς τις δυνάμεις σου. »
«Είμαι εντάξει…» ψέλλισε αδύναμα και έκανε να σηκωθεί.
«Δεν είσαι εντάξει. Θα μείνεις λίγο ακόμα στο νοσοκομείο μέχρι να βεβαιωθούμε πως είσαι καλά. Για το καλό σου. »
Ο Μάρκος ήταν νέο παιδί, γύρω στα είκοσι πέντε. Ήταν ψηλός, με αθλητικό σώμα καθότι από πολύ μικρή ηλικία του άρεσε να παίζει μπάσκετ. Σήμερα παίζει επαγγελματικά σε μια όχι ιδιαίτερα διάσημη ελληνική ομάδα.
«Σε πέντε λεπτά θα επιστρέψω, μη μου φύγεις! » του είπε περιπαιχτικά ο γιατρός, και απομακρύνθηκε από το δωμάτιό του χαμογελώντας. Ο Μάρκος ήξερε γιατί χαμογελούσε. «…μη μου φύγεις…» λες και θα πήγαινε πουθενά. Από την άλλη, σαν πολύ δεν τον κράτησαν στο νοσοκομείο για μια καταραμένη αράχνη. «Αναθεματισμένο οχτάποδο! » μουρμούρισε. Είχε κανονίσει την ίδια μέρα να έβγαινε με τη κοπέλα του και η τωρινή του εμφάνιση δεν ήταν ότι καλύτερο. Και η Ζωή δεν ήταν κοπέλα με κατανόηση. Ήταν ικανή να του αφαιρέσει το τσιρότο μόνο και μόνο για να βεβαιωθεί πως δεν είναι προσπάθεια απόκρυψης ρουφήγματος από άλλη κοπέλα. Κοίταξε τον εαυτό του στο καθρέπτη. Ήταν χλωμός, κάτασπρος από το τρόμο και την αφαγία. Ένοιωθε ανήμπορος να κάνει οτιδήποτε. Αν ισχύει το ρητό «η καλή μέρα απ’ το πρωί φαίνεται» τότε ένα πρωινό ξύπνημα με δάγκωμα αράχνης στο λαιμό, δεν προμηνούσε τη καλύτερη μέρα της ζωής του…
Με το χέρι του πήγε ν’ αγγίξει το ολοκαίνουριο τραύμα που του χάρισε η νυχτερινή επισκέπτριά του.
«Που να το διατύπωνα έτσι στη Ζωή…» χαμογέλασε. Το χαμόγελό του έσβησε ο πόνος που ένοιωσε όταν το χέρι του ήρθε σε επαφή με το τσιρότο. «Πρέπει να είναι σοβαρό…» συλλογίστηκε.
«Μα τι κάνει ο γιατρός, που είναι; » Άρχισε ν’ ανησυχεί… Ο γιατρός είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα πέντε λεπτά και ο Μάρκος δεν ήταν διατεθειμένος να περιμένει κι άλλο σ’ αυτό τον αποπνικτικό θάλαμο. Κοιτούσε γύρω του… Του έκανε μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι ήταν μόνος του στο δωμάτιο. Αυτό σήμαινε πως δεν ήταν σε δημόσιο νοσοκομείο. Εκεί έχουν τους ασθενείς σε φορεία αντί για κρεβάτια και έξω στο διάδρομο λόγω έλλειψης χώρου. Σε ιδιωτική κλινική το έβρισκε απίθανο γιατί εκτός του ότι ένα δάγκωμα αράχνης δεν είναι και κάτι το ιδιαίτερο, με το που θα συνέρχονταν αντί για καλημέρα θα τον έβαζαν να υπογράψει χαρτιά ζητώντας χρήματα για την εισαγωγή του, και τη διάρκεια παραμονής του. Μήπως γι’ αυτό χαμογελούσε ο γιατρός; Τον κρατούσε σε αγωνία για να φέρει τα χαρτιά; Δεν του έδιναν εξιτήριο αν δεν τους πλήρωνε πρώτα;
«Θεέ μου, τι άνθρωποι… Είναι ικανοί να μου ζητήσουν φακελάκι για δάγκωμα αράχνης. Που να ήταν και δηλητηριώδης δηλαδή!»
Μια ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί του.
«Μήπως στη τελική ήταν και δε μου το λένε για να μη τρομάξω; » Οι σκέψεις του διαδέχονταν η μία την άλλη. Δεν μπορούσε άλλο, έπρεπε να φύγει από κείνο το μέρος. Όμως… δεν ήταν μόνο αυτό. Για ένα περίεργο λόγο, δεν άκουγε φωνές… ούτε βήματα, ούτε ασθενείς να παραπονιούνται. Δε μπορεί εκτός από το δωμάτιο να του άφησαν και ολόκληρη τη πτέρυγα δική του. Ήταν αδιανόητο.
«Τι είναι αυτό το μέρος;!; ». Η αλήθεια ήταν πως είχε την υποδομή νοσοκομείου αλλά όχι τη κινητικότητα.
Η περιέργεια για του τι συνέβαινε τον έτρωγε. Έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Η απότομη κίνηση του προκάλεσε σκοτοδίνη. Παραπάτησε. Με αργά αλλά σταθερά βήματα κατάφερε να φτάσει έως την πόρτα σέρνοντας μαζί και τον ορό του ο οποίος ήταν συνδεδεμένος με το μπροστινό μέρος του χεριού του, απ’ ευθείας στη φλέβα. Φτάνοντας στη πόρτα έντρομος συνειδητοποίησε πως αντί για χερούλι είχε υποδοχή για κάρτα, με μια μικρή οθόνη στο πλάι, όπως οι πόρτες των ΑΤΜ των τραπεζών, για λόγους ασφαλείας.
«Τι στο…» έκανε να σπρώξει τη γυάλινη πόρτα αλλά δε κουνιόταν με τίποτα. Σαν να είχε από πίσω τσιμεντόλιθους. Ένοιωθε λες και ήταν φυλακισμένος. Αλλά που; Και γιατί τον κρατούσαν;
«Μήπως η αράχνη ήταν στη τελική δηλητηριώδης; Μήπως μου μετέδωσε κάποιον ιό; Κάποια άγνωστη μόλυνση; Αλλά αν ήταν έτσι τότε γιατί ο γιατρός δεν φορούσε μάσκα; Γιατί δεν είχε πάρει κάποιο μέτρο προστασίας; Το κινητό μου! Πρέπει να ειδοποιήσω κάποιον, να φύγω από εδώ μέσα.» Με γρήγορες κινήσεις άρχισε να ψάχνει το χώρο. Τίποτα. Οι γιατροί, ή τέλος πάντων αυτοί που τον έφεραν εδώ μέσα είχαν φροντίσει να του αφαιρέσουν κάθε προσωπικό του αντικείμενο. Ήταν μόνο με τις πιτζάμες. Κοιτάχτηκε στο καθρέπτη για άλλη μια φορά. Παρατηρούσε το τσεπάκι που βρισκόταν στο μέρος της καρδιάς. «UVF».
«Τι σημαίνει αυτό; Δε ξέρω κανένα νοσοκομείο με αυτά τα αρχικά…» Πλέον άρχισε σοβαρά ν’ ανησυχεί.
«Τι μου συμβαίνει; Τι στο καλό μου μετέδωσε αυτό το πλάσμα;» Κι όμως, ένοιωθε τον οργανισμό του αντί να εξασθενεί, να δυναμώνει…
Στ’ αυτιά του άρχιζε σιγά σιγά να έρχεται από το βάθος ένας ήχος.
«Βήματα…». Ο ήχος των βημάτων προκαλούσαν ηχώ στον φαινομενικά άδειο διάδρομο. «Πρέπει να ξεφύγω από δω μέσα…» σκέφτηκε και επέστρεψε στο κρεβάτι του. σκεπάστηκε με το πάπλωμα και έμεινε ακίνητος παριστάνοντας τον κοιμισμένο. Τα βήματα άρχιζαν να πληθαίνουν. Ήταν περισσότεροι από ένας. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ήταν μέσα στο δωμάτιο. Από τις φωνές τους, ο Μάρκος κατάλαβε πως ήταν δύο άτομα, ο αρχικός γιατρός που του είχε μιλήσει και άλλος ένας, με βαριά, βραχνή φωνή.
«Αυτός είναι;»
«Ναι, ο δέκατος σε μια εβδομάδα.»
«Δε ξύπνησε ακόμη;»
«Είχε ξυπνήσει αλλά ξανακοιμήθηκε προφανώς…»
«Περίεργο, Οι περισσότεροι δε ξανακοιμούνται άπαξ και ξυπνήσουν.»
«Θα είναι από αυτούς με αδύναμο οργανισμό.»
«Δε το νομίζω, φαίνεται αθλητικός τύπος. Ήλεγξες το ιστορικό του;»
«Ναι, είναι σε ομάδα μπάσκετ και προπονείται καθημερινά. Έχει καλή κράση. Τουλάχιστον σωματική. Ίσως το περιβάλλον του οργανισμού του να μην επιτρέπει άμεση εισχώρηση του ξενιστή.»
«Ίσως. Εσύ φύλαγε τον καλά και πρόσεχε μη σου ξεφύγει τίποτα. Α, και αν βρεις κι άλλους ενημέρωσε με. Δε θέλω να κυκλοφορούν ελεύθεροι.»
«Θεέ μου που έχω μπλέξει…» αναρωτήθηκε ο Μάρκος και προσπάθησε να δείχνει όσο μπορεί εξαντλημένος και κοιμισμένος. Σα να μην είχε ακούσει τίποτα. «Η αδρεναλίνη μέχρι και ηθοποιό μπορεί να σε κάνει.» Άκουσε βήματα να απομακρύνονται. «Αχ όχι, μη φύγετε πως θα βγω από δω μέσα; Τι στο διάολο συμβαίνει;»
«Δώστου απ’ τον ορό Β11 και ενημέρωσε με για το αποτέλεσμα.» είπε η βραχνή φωνή και απομακρύνθηκε απ’ το χώρο.
Ο γιατρός που έμεινε στο δωμάτιο ακούστηκε να ψαχουλεύει κάτι σε ένα ντουλαπάκι στη μακρινή γωνία του στενού δωματίου του Μάρκου.
«Πρέπει κάτι να κάνω! Κάτι να κάνω τώρα! Με τι;» Χωρίς δεύτερη σκέψη ανοίγει τα μάτια έτοιμος ν’ αρχίσει τις μπουνιές με τον γιατρό. Παρατηρεί πως ετοιμάζει ένα παρασκεύασμα έχοντας γυρισμένη τη πλάτη του στο Μάρκου που κατ’ αυτόν κοιμόταν. «Ωραία, έχω το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού…» σκέφτηκε και με αργές κινήσεις πλησίαζε το γιατρό κρατώντας τον ορό στο χέρι του. Ο γιατρός ήταν απασχολημένος καθώς γέμιζε μια σύριγγα με ένα περίεργο κόκκινο υγρό. Με γοργές κινήσεις, ο Μάρκος περνάει το σωληνάριο του γύρω από το λαιμό του γιατρού, ο οποίος πέταξε τη σύριγγα και άρχισε να πιάνει με τα δυο του χέρια το σωληνάριο προσπαθώντας να γλιτώσει. Μάταια. Τα μάτια του γιατρού άρχιζαν να κοκκινίζουν καθώς ο εγκέφαλός του απεγνωσμένα παρακαλούσε για οξυγόνο ώσπου έπεσε λιπόθυμος στα γυαλιστερά πλακάκια του δωματίου.
Το βλέμμα του Μάρκου έπεσε στο καρτελάκι που ήταν καρφιτσωμένο στη ποδιά του αναίσθητου γιατρού.
«Dr. John Mixalopoulos
-Biogenetics-
Unknown Viruses Facility»
«Το UVF της πιτζάμας μου… “μέρος που εξετάζουν άγνωστους ιούς”…Θαυμάσια! Μέσα μου κυκλοφορεί ένα άγνωστος ιός! Τι στο καλό είχε αυτή η αράχνη;!;» το μάτι του έπεσε στη συνέχεια στη πεταμένη σύριγγα. «Με κάτι ήθελαν να με φαρμακώσουν…τώρα θα σου δείξω ποιος θα φαρμακώσει ποιόν…» σκέφτεται και αρπάζοντας τη σύριγγα από το πάτωμα την βυθίζει στις φλέβες του γιατρού, αδειάζοντας όλο το περιεχόμενό της. Με γρήγορες κινήσεις, αρπάζει τη καρφιτσωμένη κάρτα του που είχε πάνω της μια μαύρη λωρίδα «το κλειδί της ελευθερίας μου» και σπεύδει προς τη πόρτα. Κοντοστέκεται. Με γρήγορες κινήσεις επιστρέφει στο μέρος που βρισκόταν αναίσθητος ο γιατρός, μαζεύει ένα μπουκαλάκι με την ετικέτα «Β11» και τρέχει προς την πόρτα. Μια μικρή οθόνη στο πλάι είχε την εντολή:
INSERT CARD
Ο Μάρκος έβαλε μέσα τη κάρτα υπακούοντας την εντολή. Ένα δεύτερο μήνυμα εμφανίστηκε:
INSERT CODE
_ _ _ _ _ _ _ _
«Είμαι καταδικασμένος…» ο κωδικός ήταν σίγουρα αριθμητικός και οι συνδυασμοί να πετύχει το σωστό ήταν 108 δηλαδή μία στις 100.000.000. Δε μπορούσε να το αφήσει έτσι. «Ποιος μπορεί να θυμηθεί 8 ψηφία απ’ έξω! Θα είναι αδύνατο…Δε μπορεί, το προφανές είναι πάντα το σωστό σύμφωνα με μια θεωρεία. Αν εγώ ήθελα να θυμηθώ 8 ψηφία, τι θα έκανα;» χτύπησε το κεφάλι του σα να του ήρθε ιδέα. «Μα είναι προφανές!» σκέφτηκε και γύρισε τη κάρτα που κρατούσε στα χέρια. Τίποτα. «Δεν είναι τίποτα γραμμένο εδώ…» μουρμούρισε απελπισμένος. Με μια πιο προσεκτική ματιά όμως, παρατήρησε πως στο πίσω μέρος της, η κάρτα φαινόταν να είναι πολυχρησιμοποιημένη αφού ήταν γεμάτη γρατσουνιές, το οποίο όμως δεν είχε νόημα η μαύρη αναγνωριστική λωρίδα που περιέχει όλες τις πληροφορίες ήταν από την άλλη μεριά. «Κάτι είναι χαραγμένο εδώ πίσω» συλλογίστηκε και άρχισε να τρίβει τη κάρτα στη κουβέρτα που ήταν πάνω στο κρεβάτι του. «Τέλεια!» σκέφτηκε όταν τα χνούδια της κουβέρτας άρχισαν να «παγιδεύονται» στις γρατσουνιές της κάρτας, αποκαλύπτοντας έτσι οχτώ αριθμούς.
Πλησίασε με αγωνία το πληκτρολόγιο και σχημάτισε οχτώ αριθμούς στην οθόνη. Το κόκκινο λαμπάκι στο πάνω μέρος της πόρτας άναψε πράσινο και ο Μάρκος ξεχύθηκε στο διάδρομο απολαμβάνοντας την ελευθερία του. Τουλάχιστον από τη γυάλινη φυλακή που βρισκόταν νωρίτερα. Πίσω του, η πόρτα έκλεισε και σφάλισε αυτόματα. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του.
Κοίταξε γύρω του…Χάος διάδρομοι και πόρτες παντού. Γυάλινα δωμάτια σαν το δικό του, με τζάμι που ενώ μπορούσες να δεις από μέσα έξω, το ανάποδο ήταν αδιανόητο.
«Βήματα…Ωχ όχι, δε θέλω να ξαναμπώ σε κείνο το κουβούκλιο…» συλλογίστηκε και έριξε μια γρήγορη ματιά στο χώρο προσπαθώντας να βρει κάτι που θα τον βοηθούσε. Το μάτι του έπεσε πάνω σ’ ένα καροτσάκι με πιάτα φαγητού. Χαμογέλασε. Με γρήγορες κινήσεις χώθηκε στο καροτσάκι, κάτω από το τραπεζομάντιλο που υπήρχε για διακόσμηση. Τα βήματα άρχισαν να πλησιάζουν ώσπου σταμάτησαν ακριβώς πάνω από το καρότσι που κρυβόταν ο Μάρκος.
«Θεέ μου, θα με κατάλαβαν...» σκέφτηκε και άρχισε να κουλουριάζεται, μαζεύοντας χέρια και πόδια προσπαθώντας να μην ακουστεί. Η σκέψη που τριγυρνούσε στο μυαλό του, ήταν να σκύψει κάποιος και να σηκώσει το τραπεζομάντιλο αποκαλύπτοντας τον. Μετά; Δεν ήθελε ούτε να το φαντάζεται. Αντί να δει κάποιο χέρι να σηκώνει το τραπεζομάντιλο, ο Μάρκος ένοιωσε μια δύναμη, κάτι να τον σπρώχνει.
«Κάποιος σπρώχνει το καροτσάκι... Τελικά είμαι τυχερός» στο χέρι του κρατούσε σφιχτά το μπουκαλάκι που είχε κλέψει με το περίεργο πηχτό κόκκινο υγρό. Απ’ έξω είχε μια ετικέτα που έγραφε «Β11 - Πειραματικό». Μόρφασε. «Πειραματικό; Τι στο καλό έχω που θέλουν να δοκιμάσουν πάνω μου πειραματικό φάρμακο; Τι με τσίμπησε πια...μεταλλαγμένη αράχνη! Ποιος είμαι δηλαδή, ο Spiderman!» σκέφτηκε και χαμογέλασε αυθόρμητα. Το «ταξίδι» με το καροτσάκι του δε κράτησε πολύ. Ήταν όμως περίεργο. Περνούσαν διαδρόμους και ανέβαιναν σκάλες κι όμως, κανένας ήχος, κανένας θόρυβος. Μόνο ο ρυθμικός ήχος από τις σόλες των παπουτσιών του «οδηγητή» του. Σε λίγο ένοιωσε να σταματάνε. Ακούστηκε ήχος σαν κάποιος να πατούσε κωδικό και μια πόρτα ν’ ανοίγει. Με το που άνοιξε η πόρτα ως δια μαγείας ο Μάρκος άκουγε θορύβους και συζητήσεις. «Όλες οι πόρτες είναι ηχομονωμένες... Ωραία, αυτό θα μου δώσει αρκετό χρόνο μέχρι να καταλάβουν ότι τους λείπω.». Μέσα στο καρότσι μπορεί να μην έβλεπε τίποτα, άκουγε όμως τα πάντα…
«Α, ήρθατε επιτέλους! Θα χρειαστώ δύο δείγματα W36 η κατάστασή του είναι αρκετά δύσκολη αυτού εδώ, δεν υπάρχουν πολλές ελπίδες, δυστυχώς...» Μέσα στο καρότσι, ο Μάρκος άκουγε προς μεγάλη του τρομάρα βρυχηθμούς, και απόκοσμες κραυγές.
«Που είμαι...άνθρωπο γιατρεύουν...ή ζώο;» Που να ήξερε πως δεν ήταν τίποτε απ’ τα δύο... Κοιτούσε τον εαυτό του που ήταν κουλουριασμένος και φορούσε μόνο τις πιτζάμες και τις παντόφλες που του έδωσαν. Όλες έφεραν το σημάδι «UVF». Πρώτη φορά άκουγε για αυτή την εταιρία ή ό, τι στο καλό ήταν. Η προέλευση της εταιρίας δεν ήταν επί του παρόντος. Προείχε η δραπέτευσή του. Και μάλιστα πριν τον καταλάβουν ότι λείπει. Στο δωμάτιο ο μονόλογος του γιατρού συνεχίζονταν...
«Αν του βάλουμε από τον W36 στον ορό και μετά κατευθείαν στη καρδιά ίσως... Για να δω...Το Β11 ήταν αναποτελεσματικό πάνω του ενώ το W11 τον έκανε περισσότερο εχθρικό...Για να δω... Έτοιμος!.»
Για δύο λεπτά, ο Μάρκος άκουγε κραυγές, κρεβάτια να κουνιούνται, βρυχηθμούς, μετά πάλι ανθρώπινες κραυγές σαν να βασάνιζαν κάποιον με τον χειρότερο τρόπο. Μετά τίποτα.
«Αποτυχία...» Ψέλλισε απογοητευμένος ο γιατρός και ο ήχος απ’ το μηχάνημα που μετρούσε τους χτύπους της καρδιάς έβγαζε ένα μακρόσυρτο μονότονο ήχο που σου τρυπούσε τ’ αυτιά. Μέσα στο καροτσάκι ο Μάρκος έτρεμε απ’ το φόβο του κουλουριασμένος στη γωνία ενώ απ’ τα μάτια του έτρεχαν ζεστά δάκρυα. «Μια αράχνη δε μπορεί να στο κάνει αυτό...»
«Πρέπει να τον εξολοθρεύσουμε όσο είναι καιρός.» πρόσταξε ο γιατρός και σε λίγο το καροτσάκι άρχιζε να μετακινείται γνωρίζοντας προφανώς την απαιτούμενη διαδικασία.
«Ποιόν να εξολοθρεύσουν; Μα...είναι ήδη νεκρός! Θέλει επιστημονική γνώση για να το καταλάβει κανείς; Δεν άκουσαν το μηχάνημα;» εκατοντάδες τρελές σκέψεις περνούσαν στο μυαλό του Μάρκου, όλες βγαλμένες απ’ τη ταινία «Η νύχτα των ζωντανών νεκρών» και φαντάζονταν τον εαυτό του να είναι κλεισμένος σε ένα αμπαρωμένο σπίτι προσπαθώντας να γλιτώσει από τα ζόμπι.
Ο Μάρκος, το μόνο που άκουγε σε κάθε διάδρομο που περνούσαν ήταν οι βηματισμοί του τύπου που τον μετάφερε και οι σκουριασμένες ρόδες του καροτσιού. Απόλυτη ησυχία επικρατούσε παντού. Το καροτσάκι έφτασε στο προορισμό του. «Ένα σκοτεινό δωμάτιο...» παρατήρησε ο Μάρκος όταν πρόσεξε το φως απ’ το λευκό σεντόνι – τραπεζομάντιλο που τον κάλυπτε να χάνεται σταδιακά. Εκεί στάθηκαν για λίγο, ο Μάρκος άκουσε τον «οδηγό» του καροτσιού να βρίζει. Ένοιωσε πάλι κίνηση. Προφανώς ο «οδηγός» του καροτσιού δεν βρήκε αυτό που έψαχνε.
Ο Μάρκος δεν αισθανόταν καλά. Ένοιωθε κάτι μέσα του να βράζει, να του τρώει τα σωθικά. Παράλληλα είχε και μια περίεργη αίσθηση πως ο οργανισμός του τον απορροφούσε. Τύλιξε τα χέρια του γύρω απ’ τη κοιλιά του. «Θα είναι από το άγχος και τη τρομάρα μου» συλλογίστηκε προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του με αυτή τη πρόχειρη και λογικά εξηγήσιμη δικαιολογία. Ήξερε όμως πως κάτι παραπάνω συνέβαινε από τη προδιάθεση για έλκος. Κάτι άλλο. Πιο σοβαρό. Και σίγουρα μη «λογικά» εξηγήσιμο.
Τα βήματα του «οδηγού» άρχισαν να επιταχύνουν, ο γνώριμος πλέον ήχος της πληκτρολόγησης κωδικού για ν’ ανοίξει κάποια πόρτα έφτασε στ’ αυτιά του Μάρκου και δίχως να το καταλάβει άρχισε να νοιώθει να κατεβαίνει. «Μπήκαμε σε ασανσέρ...Πολύ ωραία, αυτό πρέπει να είναι καλό. Ειδικά αφού το ασανσέρ κατεβαίνει... Μοναχά μη κλειστώ σε κάνα μπουντρούμι πάλι... Ελπίζω να πηγαίνουμε ισόγειο δε θα το αντέξω να πηγαίνουμε σε κάνα υπόγειο. Τι είναι αυτό που ψάχνει αυτός ο άνθρωπός; Κάτι που θα εξολοθρεύσει κάποιον που ...έχει ήδη πεθάνει! Δε βγάζω άκρη. Ίσως και να μη με ενδιαφέρει κιόλας! Τουλάχιστον όχι περισσότερο από το πως θα ξεφύγω από δω μέσα... Θα ξαναδώ άραγε τη Ζωή; Θα μπορέσω να ξαναπαίξω μπάσκετ;...» όσο οι σκέψεις αυτές βασάνιζαν το μυαλό του Μάρκου, το ασανσέρ έφτασε στο τελικό προορισμό του. Η πόρτες άνοιξαν μετά από ένα σύντομο ήχο και το καροτσάκι βγήκε στο κεντρικό διάδρομο.
«Φωνές! Ακούω φωνές! Τι καλά, πρέπει να βγήκα απ’ τα μπουντρούμια!». Ένα κύμα ευφορίας πλημμύρισε το κορμί του. Η σκέψη ότι θα έβγαινε ελεύθερος από κει μέσα, ότι θα ξανάβλεπε το φως του ήλιου και τους ανθρώπους που αγαπούσε εκφράστηκε με ένα ταλαιπωρημένο χαμόγελο στα χείλη του το οποίο όμως γρήγορα έσβησε. «Εντάξει, καλά έφτασα ως εδώ, τώρα πως βγαίνω έξω; Ένα τέτοιο μέρος αποκλείεται να μην έχει πάρει αυστηρά μέτρα ασφαλείας ώστε ότι μπαίνει να μη βγαίνει χωρίς άδεια... Κοινώς τη πάτησα. Γαμώτο!». Μη έχοντας τι άλλο κάνει, περίμενε να δει που θα φτάσει η όλη βόλτα με το καρότσι. Δεν είχε άλλη επιλογή. Τουλάχιστον όχι εδώ που έφτασε. Τόσο κοντά στην έξοδο... κι όμως, τόσο μακριά... Άκουγε φωνές, κίνηση, διάλογους, βήματα. Μέχρι και ήχους που μόνο σε άρματα μάχης θα ταίριαζαν... «Τι είναι εδώ;!». Δε μπορούσε να δει. Μόνο ν’ ακούσει. Ένοιωθε τυφλός που για την ελευθερία του έπρεπε να βασιστεί στις υπόλοιπες αισθήσεις του. Αρκέστηκε στο να ακούει τους διάλογους, τουλάχιστον τους πιο κοντινούς μήπως και βγάλει κάποια άκρη...
«Γρήγορα, χρειάζομαι μια ασημένια σακούλα.» φάνηκε να λέει ο «οδηγός» του καροτσιού
«Γιατί τι τρέχει, τελείωσαν;»
«Ναι ρε εσύ τι λες, στο ζητάω και μάλιστα γρήγορα επειδή τις έχω σε αφθονία;»
«Καλά ρε ηρέμησε, θα σου φέρω. Κάτι άλλο;»
«Ναι, επειδή έχουμε αρκετές αποτυχίες φέρε μπόλικες αν μπορείς. Μη τις τσιγκουνεύεσαι, δε τις πληρώνεις εσύ...»
«Καλώς...»
«Α! Και κάτι ακόμα. Πέτα αυτό το αναθεματισμένο καρότσι, οι ήχοι από τις ρόδες του μου έχουν σπάσει τα νεύρα.»
«Γιατί δε τις λαδώνεις;»
«Γιατί το κάνω κάθε μέρα και έχει καταντήσει κουραστικό. Τρία χρόνια είμαι το ίδιο καρότσι, πέτα το και φέρε μου κάποιο άλλο. Ή μήπως και αυτά εσύ τα πληρώνεις;»
«Καλάααα...»
«Την έχω άσχημα... Θα με πετάξουν κι εγώ δε ξέρω που...»
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ο Μάρκος ένοιωσε να τον ανεβάζουν πάνω σε ένα φορτηγό, μαζί με άλλα φορτία. Όταν το φόρτωμα τελείωσε, οι πόρτες έκλεισαν πίσω του ερμητικά και ο ατσάλινος ήχος από το εξωτερικό κλείδωμα αντήχησε στο κλειστό χώρο. Λίγη ώρα αργότερα το φορτηγό ξεκίνησε με άγνωστο για το Μάρκου προορισμό...
02
Πίσω στο δωμάτιο, ένας γιατρός με μια ένεση καρφωμένη στο χέρι του, προσπαθεί να αντιληφθεί που βρίσκεται, τι συνέβη...Ψάχνει για το αναγνωριστικό καρτελάκι του. Άφαντο. Με τρόμο αντιλαμβάνεται την ένεση στο χέρι του και με γρήγορες κινήσεις τη βγάζει, δαγκώνοντας τα χείλη του από το πόνο. «Το κωλόπαιδο... με μόλυνε» ψιθύρισε και κρατώντας σφιχτά το χέρι του από το οποίο έρεε άφθονο το αίμα έφτασε τρεκλίζοντας στο στην πόρτα έκανε να την ανοίξει αλλά τζίφος. Η οθόνη με την επιγραφή:
INSERT CARD
Αναβόσβηνε στην αντανάκλαση των γυαλιών του. Προσπαθούσε να σηκωθεί αλλά μάταια. Τα πόδια του είχαν μουδιάσει.
«Πρώτο στάδιο...». Ψέλλισε. Στο καθρέπτη, ακριβώς δίπλα έβλεπε τον εαυτό του. Κάτασπρος, κατάκοπος με το δεξί κρύσταλλο από τα γυαλιά του ραγισμένο. «Το κωλόπαιδο... Πρέπει να ειδοποιήσω... Πρέπει...» άρχισε να εξασθενεί. Τα μάτια του είχαν γίνει κόκκινα, σαν το αίμα, και το μόνο που διακρίνονταν ήταν οι μαύρες διασταλμένες κόρες του. «Πρέπει...» ψιθύρισε και έπεσε στο μαρμάρινο δάπεδο αναίσθητος.
03
Στο φορτηγό, ένα χέρι ξεπρόβαλλε από το σεντόνι που κάλυπτε το καρότσι. «Το πεδίο είναι ελεύθερο!» σκέφτηκε ο Μάρκος. «Τώρα όμως τι; Αυτοί οι τύποι πάνε να με πετάξουν!» κοίταξε με γρήγορο βλέμμα το χώρο. Βρισκόταν στο πίσω μέρος ενός μίνι Βαν. Γύρω του ήταν ξύλινα κιβώτια και στο κέντρο, ένα κλουβί. Με αργές και προσεκτικές κινήσεις κοίταξε στο εσωτερικό. Ήταν ένα περίεργο είδος σκύλου. Κάτι σαν ροντβάιλερ αλλά στο πιο άγριο και πιο πελώριό του... «Παναγίτσα μου! Αν αυτό το πράγμα κοιμάται, σίγουρα δε θα’ θελα να το ξυπνήσω...» Μια πιο προσεκτική ματιά έκανε το Μάρκο ν’ αντιληφθεί πως το κλουβί αυτό δεν ήταν κλειδωμένο. Απλά δεμένο με σχοινί εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει λουκέτο με αλυσίδα. «Αν αυτό το πράγμα ξυπνήσει, σίγουρα είμαι νεκρός...». Παρατηρώντας και τον υπόλοιπο χώρο διέκρινε κιβώτια με κόκκινη βαμμένη επιγραφή:
UVF
«Τι στο καλό είναι αυτή η υπηρεσία; Τι ιούς μελετάει και γιατί τόσος μυστικισμός;» τέλος, παρατήρησε πως η καρότσα από τον οδηγό χωρίζονταν μόνο από ένα τζάμι το οποίο ήταν κλειστό. Πλησίασε προς το μέρος του οδηγού. Μια κλεφτή ματιά στο τζάμι αρκούσε για να αντιληφθεί πως ο οδηγός ήταν μόνος του, και το ετοιμόρροπο τζάμι που τους χώριζε άνοιγε και από μέσα. «Θα μπορούσα να το ανοίξω και να ορμήσω στον οδηγώ. Ναι, καλή ιδέα...Με ένα μπουκέτο θα μείνει αναίσθητος. Και μετά περάσω από τη τρύπα, θα αρπάξω τα κλειδιά του και ούτε γάτα ούτε ζημιά... Αν με αντιληφθεί όμως; Αν με δει από το καθρεπτάκι; ...Την έχω άσχημα. Χρειάζομαι κάτι πιο σίγουρο...» Το πρόσωπό του έλαμψε με η ιδέα που του ήρθε στο μυαλό «το βρήκα!» μουρμούρισε ευτυχισμένος.
04
Στην UVF ένας γιατρός περπατούσε στο διάδρομο όταν μια περίεργη δραστηριότητα υπέπεσε στην αντίληψή του. Παραξενεμένος, πλησίασε το δωμάτιο στο οποίο βρισκόταν ο συνάδελφός του και πιο πριν ο Μάρκος και άνοιξε τη πόρτα. Γούρλωσε τα μάτια του, ξανάκλεισε βιαστικά τη πόρτα πίσω του και χτύπησε ένα τζαμάκι με την ένδειξη
ΕΠΕΙΓΟΝ
Το μεγάφωνο δίπλα στο τζάμι ενεργοποιήθηκε και μια φωνή ακούστηκε από μέσα
«Αναφέρατε πρόβλημα»
«Κηρύξτε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Έχουμε ένα δραπέτη. Ασφαλίστε όλες τις εξόδους, να μη φύγει κανείς. Και... και φέρτε μου δυο φρουρούς και μια ασημένια σακούλα στο τέταρτο...»
«Ελήφθη»
Μέσα σε δευτερόλεπτα, όλες οι πόρτες στο κτίριο ασφάλισαν, ακόμη και των δωματίων, και κανείς δεν είχε άμεση πρόσβαση σε τίποτα. Σε λίγο είχαν φτάσει και οι φρουροί στο τέταρτο, και κρατώντας ένα όπλο και μια ασημένια σακούλα μπήκαν στο δωμάτιο. Μετά από πέντε λεπτά βγήκαν με γραντζουνιές σε όλο τους το σώμα σέρνοντας την ασημένια σακούλα η οποία είχε μέσα το καθηγητή που κουνούσε χέρια και πόδια γρυλίζοντας. Η σακούλα άρχισε να μικραίνει ενώ έβγαιναν ατμοί από τη βάση της σαν κάτι να καιγόταν. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, η σακούλα είχε το μέγεθος ενός μπιζελιού.
«Βρείτε το αγόρι. Βρείτε το τώρα». Πρόσταξε ο γιατρός που τους είχε καλέσει. Σε λίγο, πέντε αμάξια με την ένδειξη «UVF» στις πόρτες και την οροφή, ξεχύθηκαν στους δρόμους προς όλες τις δυνατές κατευθύνσεις.
05
«Μα είναι τόσο απλό...» σκέφτηκε ο Μάρκος. Με αργές και προσεκτικές κινήσεις σήκωσε το κλουβί με το σκύλο «είναι πολύ πιο βαρύς απ’ ότι φανταζόμουν...» σκέφτηκε και τον τοποθέτησε αγκομαχώντας πάνω σε ένα κιβώτιο που βρισκόταν ακριβώς κάτω από το παράθυρο που συνέδεε τον οδηγό με το υπόλοιπο τμήμα του φορτηγού, στο οποίο βρισκόταν ο Μάρκος. Τοποθετώντας το κλουβί, η πόρτα βρισκόταν στο ίδιο ακριβώς σημείο που ήταν το παράθυρο του οδηγού. Στο μπροστινό μέρος του φορτηγού, ο τύπος που βρισκόταν πίσω απ’ το τιμόνι έμοιαζε να μη καταλαβαίνει τίποτα, βαθιά απορροφημένος από τη μουσική υπόκρουση βαριών παλαιών λαϊκών κομματιών. Ήταν χοντρός, με γένια τουλάχιστον τεσσάρων ημερών και φορούσε ένα καπελάκι με το λογότυπο: UVF.
Στο εσωτερικό της καρότσας ο Μάρκος μόλις είχε τοποθετήσει το κλουβί και προσπαθούσε να πάρει ανάσα. Έριξε μια τελευταία ματιά στο χώρο, μήπως του ξέφυγε και κάτι, πήρε μια βαθιά ανάσα και χρησιμοποιώντας όλη του τη δύναμη, ή τουλάχιστον όση του είχε απομείνει, έδωσε μια δυνατή γροθιά στο πίσω μέρος του κλουβιού. Τα μάτια του πλάσματος που κοιμόταν άνοιξαν διάπλατα.
Το φως που έπεφτε πάνω τους τα κοκκίνιζε ακόμη περισσότερο. Άνοιξε το στόμα δείχνοντας τα δόντια του απ’ τα οποία έτρεχε ένα πηχτό κόκκινο υγρό ενώ παράλληλα γρύλιζε απειλητικά. Τα επόμενα δευτερόλεπτα, ο Μάρκος το μόνο που άκουγε ήταν το τζάμι του παραθύρου να θρυμματίζεται, δυνατές κραυγές τρόμου στην αρχή και πόνου στη συνέχεια οι οποίες καλύπτονταν περιστασιακά από τα δυνατά πλέον γρυλίσματα του περίεργου αυτού πλάσματος που έμοιαζε με σκύλο. Τέλος, ο ήχος των φωνών και των ουρλιαχτών σταμάτησε, δίνοντας τη θέση στον ήχο από σάρκα που ξεσκίζονταν και κοκάλα που θρυμματίζονταν στα ατσάλινα δόντια του πλάσματος που ο Μάρκος μόλις είχε απελευθερώσει. Το φορτηγό είχε κατά πολύ ξεφύγει από τη πορεία και μερικά μέτρα αργότερα, ένα δέντρο σταμάτησε την ανεξέλεγκτη πορεία του.
Με μάτια γουρλωμένα από το φόβο, ο Μάρκος κρατούσε ακόμη το κλουβί πιο πριν φύλαγε το τέρας που κατά τα φαινόμενα είχε κατασπαράξει τον οδηγό. Προσεύχονταν ώστε το πλάσμα εκείνο να μη τον μυριστεί. Δεν έβλεπε τίποτα. Αν και μπορούσε να μαντέψει τι είχε συμβεί...Για αρκετή ώρα δεν άκουγε τίποτα.
«Ίσως αφού χόρτασε να έφυγε. Αλλά από που; Απ’ το παράθυρο του οδηγού; Πιθανό. Κι αν ήταν κλειστό. Δε μπορώ να το ρισκάρω...Ούτε όμως και να περιμένω εδώ για πάντα. Ήδη θα έχουν καταλάβει ότι έχω φύγει. Αν δε βιαστώ, θα με βρουν. Θα με κυνηγάνε μέχρι να με βρουν...» Με αυτή τη σκέψη να τον αγχώνει, άρχισε σιγά σιγά να κατεβάζει το κλουβί, παρατηρώντας παράλληλα το χώρο. Το θέαμα του προκαλούσε αηδία. Τα καθίσματα, το παρμπρίζ το τιμόνι και γενικότερα όλος ο μπροστινός χώρος ήταν γεμάτος με αίματα και ανθρώπινα σωθικά. Τουλάχιστον δεν έβλεπε πουθενά τον εφιάλτη που τα προκάλεσε όλα αυτά. Το ανοικτό παράθυρο πλημμύρισε το σώμα του με έναν αέρα ανακούφισης.
«Από κει θα έφυγε ο κόπρος... ελπίζω...» Με αργές κινήσεις κατέβασε το κλουβί, παρατηρώντας παράλληλα το χώρο, μήπως του ξέφυγε κάποιο σημείο. Τίποτα. Όλα ήταν όπως τα περίμενε. Εκτός απ’ το αίμα. Δεν υπολόγιζε να είναι τόσο πολύ.
«Άνθρωπος ξεκοιλιάστηκε, τι περίμενα!» Με το ίδιο προσεκτικές κινήσεις, ο Μάρκος άρχισε να προωθεί το σώμα του, μέσα απ’ το παράθυρο προς τη θέση του οδηγού. Το λεπτό και γυμνασμένο λόγω μπάσκετ σώμα του, τον βοήθησε να κάνει με επιτυχία πράξη την αρχική του σκέψη, ώσπου βρέθηκε στη θέση του οδηγού.
«Αηδία!» παντού έβλεπε αίματα και ανθρώπινα μέλη διασκορπισμένα στα καθίσματα.
«Το τέρας τον κανόνισε καλά...» σκέφτηκε και ξαφνικά άρχισε να νοιώθει περίεργα. Το υπερβολικό φως του ήλιου τον ενοχλούσε, ζεσταινόταν πολύ...
«Καίγομαι! Θα πρέπει να είναι που δεν έχω συνηθίσει ακόμα τη μέρα, τόσες ώρες κλεισμένος εκεί μέσα...ή καμιά παρενέργεια φαρμάκου. Ποιος ξέρει τι μου έδωσαν πριν ξυπνήσω...» η σκέψη του αυτή, του έφερε στο μυαλό το φιαλίδιο που είχε κλέψει. Κοίταξε τη τσέπη του. Ήταν εκεί. Το έβγαλε και το κοίταξε για λίγο σηκώνοντάς το στο φως.
«Τι μπορεί να είναι αυτό το πράγμα... Τι με τσίμπησε που ήθελαν να χρησιμοποιήσουν πάνω μου πειραματικό φάρμακο...Θεέ μου έχει πολύ ζέστη..». Το βλέμμα του έπεσε στο βάναυσα σφαγιασμένο σώμα του οδηγού. Ή έστω σε ότι απέμεινε από αυτό.
«Πρέπει να το βγάλω έξω, δεν αντέχω τη βρόμα, ούτε μπορώ να κυκλοφορώ με ένα νεκρό στο αμάξι.» Κοίταξε μπροστά να δει που βρισκόταν, όμως το μόνο που έβλεπε ήταν ο κορμός του δέντρου στο οποίο είχαν πέσει.
«Να δω τουλάχιστον αν δουλεύει ακόμα η μηχανή...». Μετά από μερικές αποτυχημένες προσπάθειες, η μηχανή πήρε μπρος και ο Μάρκος κατάφερε να επαναφέρει το αμάξι στο δρόμο. «Μα που είμαι;!; Έτσι κι αλλιώς μονόδρομος είναι θα τον ακολουθήσω και όπου βγάλει... Ελπίζω στη πόλη. Ας πετάξω επιτέλους αυτό το πράγμα, θα ξεράσω!». Με βιαστικές κινήσεις, ο Μάρκος άνοιξε τη πόρτα, βγήκε έξω από το Βαν και άρχισε να σέρνει τα απομεινάρια του οδηγού. «Θεέ μου γιατί να κάνει τόση ζέστη! Νοιώθω πως ο ήλιος θα με σκοτώσει!» σκέφτηκε και άρχισε να ξεκουμπώνει τα δυο πρώτα κουμπιά της πιτζάμας που φορούσε όταν άκουσε κάτι να τον πλησιάσει. Γύρισε να δει όταν με τρόμο αντιλήφθηκε το φονιά του οδηγού να βρίσκεται ακριβώς μπροστά του και με τα σάλια να τρέχουν από το στόμα του, να τον καρφώνει στα μάτια γρυλίζοντας χαμηλόφωνα.
«Είμαι νεκρός...Δε θέλει πολύ φιλοσοφία. Αυτό ήταν. Ότι έκανε αυτό το κτήνος στο τύπο αυτό θα το κάνει και σε μένα. Κι ας έχει χορτάσει. Θα είμαι απλά μια ικανοποίηση των δολοφονικών του ενστίκτων...»
Το μεταλλαγμένο αυτό σκυλί, άρχιζε να τον πλησιάζει προβάλλοντας τα δόντια του, δείχνοντας έτσι πως δεν είναι παιχνίδια αυτό που θέλει να κάνει με το Μάρκο. Ο Μάρκος τα είχε χαμένα. Κοιτούσε γύρω του, τα μάτια έπαιζαν σα δαιμονισμένα επεξεργάζοντας το χώρο για κάτι που θα του χρησίμευε, κάποιο εργαλείο, κάποιο αντικείμενο που θα χρησιμοποιούσε πάνω στο γιγαντόσωμο αυτό τέρας για να γλιτώσει τη ζωή του. Τα απόκοσμα γρυλίσματα του πλάσματος αυτού έφταναν όλο και πιο κοντά στ’ αυτιά του. Έτρεμε ολόκληρος. Το αίσθημα όμως της αδρεναλίνης που σα χείμαρρος κυλούσε στο αίμα του τον κρατούσε σε εγρήγορση και δεν τον άφηνε να δειλιάσει. «Δε θα παραδοθώ τώρα. Όχι χωρίς να παλέψω. Κι ας είναι η τελευταία μάχη που θα έχω κάνει ποτέ.»
Ο φονιάς είχε φτάσει σε σημείο αναπνοής από τον Μάρκο. Τα κατακόκκινα μάτια του σκύλου κάρφωναν τα γαλάζια κουρασμένα μάτια του Μάρκου. Με μια αστραπιαία κίνηση, το σκυλί έκανε ένα σάλτο με σκοπό να προσγειωθεί πάνω στο θήραμά του. Σχεδόν ταυτόχρονα και μη έχοντας τι άλλο να κάνει, ο Μάρκος με το ίδιο γρήγορες κινήσεις, έβγαλε από το τσεπάκι του το μπουκάλι με το παχύρρευστο κόκκινο υγρό που προορίζονταν για τον ίδιο και το έσπασε μέσα στο στόμα του σκύλου καθώς έπεφτε πάνω του.
Με ένα σύντομο τσιριχτό, το περίεργο αυτό σκυλί έπεσε στο χώμα μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Μάρκου, κουνώντας με απίστευτη ταχύτητα το κεφάλι του ενώ σπασμοί διακατείχαν ολόκληρο το υπόλοιπο σώμα του. Δευτερόλεπτα αργότερα βρισκόταν αναίσθητο μπροστά στα πόδια του Μάρκου κουνώντας κατά διαστήματα ελαφρά τα πίσω πόδια του. «Πρέπει να φύγω από δω.» σκέφτηκε κοιτάζοντας το φορτηγό. «Και μάλιστα όσο πιο γρήγορα γίνεται.» Κοίταξε το δέρμα του που σχεδόν έβγαζε καπνούς, σα να καιγόταν. «Τι στο καλό τρέχει με το καιρό εδώ πέρα! Πρέπει να έχει πάνω από πενήντα βαθμούς Κελσίου!» Ανέβηκε στη θέση του οδηγού, έβγαλε το φορτηγό από το δέντρο με όπισθεν και χάθηκε στον ορίζοντα έχοντας αφήσει ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης πίσω του.
06
«Φτάσαμε αργά.» Είπε με σταθερό τόνο ένας παχύς άντρας με ακουστικό στο δεξί του αυτί. Την ίδια στιγμή, άντρες με όπλα στο χέρι ερευνούσαν τη περιοχή.
«Κύριε Βύρωνα, ελάτε λίγο εδώ» είπε ένας από τους οπλισμένους. Στο άκουσμα του ονόματός του, ο χοντρός άντρας πλησίασε το νέο με αργά και αποφασιστικά βήματα, έχοντας ένα σοβαρό ύφος παγωμένο στο πρόσωπό του.
«Τι τρέχει νεαρέ, τι βρήκες;» βιάστηκε να ρωτήσει ο Βύρωνας όταν παρατήρησε το ψόφιο κορμί ενός απίστευτα μεταλλαγμένου πλάσματος που αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι είναι τετράποδο, δεν έμοιαζε σε τίποτα πλέον με σκύλο. Δίπλα, ήταν σπασμένο ένα μπουκαλάκι με την ένδειξη «Β11». Ο Βύρωνας, απέφυγε με μαεστρία να δείξει την ανησυχία του για αυτό που είδε. Με αργές κινήσεις έβγαλε έναν υπολογιστή τσέπης κι έγραψε:
«Βρέθηκε μολυσμένος πειραματικός σκύλος. Μεγάλη πιθανότητα να χορηγήθηκε ποσότητα φαρμάκου Β11 που τον οδήγησε σε μετάλλαξη τύπου ΙΙΙ. Ο νεαρός ξέφυγε. Ο οδηγός κατασπαράχτηκε. Αναμένω οδηγίες.»
Δευτερόλεπτα αργότερα, του ήρθε η απάντηση. Σύντομη και περιεκτική.
«Αποστολή εξόντωσης νέου ακυρώνεται. Νέα αποστολή: Εξολοθρεύστε το σκύλο. Με κάθε δυνατό μέσο.»
«Εξολοθρεύουμε το σκυλί και γυρνάμε σπίτι μας.» Πρόσταξε τους υπόλοιπους ο Βύρωνας και κατευθύνθηκε προς τη μαύρη μερσεντές με την οποία είχε έρθει. «Αποστολή εξόντωσης νέου ακυρώνεται... Φυσικά, αφού χωρίς τη χορηγία του Β11 δε θα πάει μακριά...» σκέφτηκε και ένα ειρωνικό χαμόγελο έσπασε τη παγερή σοβαρότητα του προσώπου του.
«Ξεκίνα!» διέταξε τον οδηγό ο οποίος έβαλε πρώτη υπακούοντας το αφεντικό του. Το πολυτελές αυτό αμάξι άρχισε να προχωρά.
«Σταμάτα, σταμάτα τώρα!» τον πρόσταξε. Ο οδηγός τράβηξε φρένο απορημένος. Κάτι είχε ακούσει ο Βύρωνας. Τα φιμέ τζάμια του αμαξιού εμπόδιζαν τη πλήρη προεπισκόπηση των τεκταινόμενων. Κατεβάζοντας τα τζάμια, με τρόμο παρατήρησε τους άντρες του να σφαγιάζονται ένας προς έναν από ένα μεγαλόσωμο σκυλοειδές τέρας που βρυχιόταν πλέον σα λιοντάρι κι έδειχνε να μη καταλαβαίνει από συμβατικές σφαίρες.
«Ξέχνα το, φύγε! Και γκάζωσέ το!». Άλλωστε δεν μπορούσε να κάνει τίποτα παραπάνω από τους άλλους. Η μαύρη μερσεντές χάθηκε στη σκόνη αφήνοντας πίσω της ένα τόπο που θύμιζε περισσότερο με πεδίο μάχης μεταξύ ανθρώπων και λιονταριών. Το σκυλί είχε γίνει άφαντο...
07
Την ίδια στιγμή, ο Μάρκος είχε βγει σε κεντρικό δρόμο και κατευθυνόταν προς το σπίτι του. «Ήμουν αρκετά τυχερός...Ελπίζω μόνο να μην έχει τίποτα πομπούς αυτό το σαράβαλο και βρουν που πηγαίνω. Μ’ αρέσει που προσπαθώ να κρυφτώ... Λες και δεν έχουν τα στοιχεία μου...Δεν ξέρουν που μένω...Πρέπει να φύγω. Να φύγω μακριά. Το τσίμπημα αυτής της καταραμένης αράχνης με καίει...Μα τι λέω, ποια αράχνη! Δε ξέρω καν αν με τσίμπησε ή με δάγκωσε κάτι. Δε ξέρω αν ήμουν εγώ υποψήφιος για κάποιο πείραμα, ή κάποιος με απήγαγε. Εκείνο το μέρος... Εκείνο το απαίσιο μέρος. Να που τελικά πάνε όλα τα χρήματα από τους άπειρους φόρους που δίνουμε στο κράτος. Τουλάχιστον κάπου πάνε... «UVF» ποιος θα το φανταζόταν... Τίποτα δεν έχει σημασία. Αυτό που πρέπει να σκεφτώ είναι πως θα φύγω, που θα πάω. Αν μείνω στη Ζωή για λίγο καιρό; Μπα, θα το δει σοβαρά, δεν είμαι εγώ για τέτοια. Θέλω να ξεφύγω, όχι να εγκλωβιστώ... Θα πάρω τα σημαντικότερα πράγματα από το σπίτι μου και θα τη κάνω. Θα δω για πού. Με άλλο αμάξι προφανώς. Πφφφ... και άλλα ρούχα. Αυτά έχουν γεμίσει με αίματα.» Με τις σκέψεις αυτές να στροβιλίζουν στο μυαλό του, έφτασε τελικά στην είσοδο του σπιτιού του. Πάρκαρε το αμάξι σε σημείο που δε φαινόταν και κατευθύνθηκε προς την είσοδο. Ήταν απόγευμα. «Ο ήλιος όσο πάει καίει όλο και περισσότερο. Δεν το αντέχω!» Με βιαστικές κινήσεις, άνοιξε τη πόρτα του σπιτιού του και μπήκε μέσα επιφυλακτικά. «Μπορεί να μου την έχουν στημένη...». Πήρε ένα μαχαίρι από τη κουζίνα και κατευθύνθηκε στο δωμάτιό του. Ένοιωθε εξαντλημένος. Όταν επιβεβαιώθηκε πως στο χώρο δε βρίσκεται κανείς άλλος εκτός από τον ίδιο, ακούμπησε το μαχαίρι στο ξέστρωτο κρεβάτι του και άρχισε να αραδιάζει τα ρούχα του από τη ντουλάπα στο κρεβάτι του. Άλλαξε, πετώντας τις πιτζάμες που φορούσε από το παράθυρο στο σκουπιδοτενεκέ και άρχιζε να πακετάρει. Η όλη ένταση του προκάλεσε ζαλάδα. Ανήμπορος να συνεχίσει ξάπλωσε στο κρεβάτι του να ηρεμήσει. «Δε χάθηκε ο κόσμος, θα συνεχίσω πιο μετά. Νοιώθω απίστευτα κουρασμένος.. Νοιώθω...». Ήταν πολύ κουρασμένος για να συνεχίσει... Τα μάτια του βάραιναν ολοένα και περισσότερο. Οι ήχοι γύρω του έφταναν ψίθυροι στ’ αυτιά του. Το σώμα του τον πονούσε. Το μόνο που ήθελε ήταν να ξαπλώσει, να ξεκουραστεί. Δευτερόλεπτα αργότερα, αποκοιμήθηκε. Ο ύπνος του ήταν τόσο απότομος και συνάμα τόσο βαθύς, που θα μπορούσε κανείς να τον παρομοιάσει με τον ύπνο του δικαίου, το θάνατο.
08
«Με απογοήτευσες.» Είπε με αργό και σταθερό τόνο η φωνή πίσω από μια δερμάτινη πολυθρόνα σε ένα υπερπολυτελές και άρτια εξοπλισμένο γραφείο, στο ρετιρέ της UVF. «Δε μου αρέσει να με απογοητεύουν. Ειδικά όταν είχε να κάνει με ζητήματα κρίσιμα για τη βιωσιμότητα της επιχείρησης αυτής.»
«Με συγχωρείτε αλλά δεν περνούσε από το χέρι μου να κάνω κάτι παραπάνω δεδομένου του ότι η κατάσταση είχε ήδη ξεφύγει από τον έλεγχό μας» απάντησε κάπως αγχωμένος ο Βύρωνας προσπαθώντας να δώσει εξηγήσεις. Ήξερε πως αυτό δεν ήταν αρκετό. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να απογοητεύσει το αφεντικό του. Ήξερε τι συνέβαινε σε όσους τον απογοήτευαν.
«Αν η συγγνώμη και οι εξηγήσεις που θα μου δώσεις, φέρουν πίσω το αγόρι και το σκύλο, γίνονται δεκτές. Ξέρεις τι θα συμβεί αν ο κόσμος μάθει για εμάς; Ξέρεις τι γίνεται αν κάποιος «μολυσμένος» ξεφύγει από τα χέρια μας; Η κυβέρνηση μας χρηματοδοτεί με τη προϋπόθεση πως μένουμε κρυφοί και δεν ανακατευόμαστε στις δικές τους υποθέσεις. Εδώ έχουμε τη δική μας κοινωνία. Ασφάλεια. Έξω από τα βλέμματα της δημοσιότητας. Οι συνέπειες στη περίπτωση που ο κόσμος μάθει για εμάς είναι τραγικές.» Ο μαυροντυμένος αυτός άντρας που μιλούσε στο Βύρωνα έκανε παύση. Σηκώθηκε από τη πολυθρόνα του και με αργές κινήσεις, έβγαλε ένα πούρο από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του, το έκοψε και άρχισε να το μυρίζει, απολαμβάνοντας την ευωδιά του κουβανέζικου φύλλου με το οποίο ήταν τυλιγμένος ο καπνός. Με το ίδιο αργές κινήσεις και με το πούρο ανάμεσα στα ρουθούνια του, γύρισε και κάρφωσε τον Βύρωνα στα μάτια. Ο Βύρωνας κρατήθηκε να μην ουρλιάξει μπροστά στην απαίσια όψη του αφεντικού του. Αρκέστηκε στο να γουρλώσει στιγμιαία τα μάτια κοιτάζοντας στη συνέχεια το πάτωμα, όχι μόνο από σεβασμό αλλά πλέον και από φόβο. Ο σκοτεινός χώρος τον έπνιγε. Το παραμορφωμένο πρόσωπο του «αφεντικού», όπως ήταν γνωστός στους κύκλους της εταιρίας, ήταν ένα αρκετά φρικιαστικό θέαμα, βγαλμένο απ’ ευθείας από ταινία τρόμου. «Φοβάσαι Βύρωνα;» τον ρώτησε χαμηλόφωνα καθώς τον πλησίαζε με αργά βήματα. «Τι ακριβώς φοβάσαι; Εμένα ή μήπως γίνεις σαν εμένα;» Η φωνή του άρχισε να αυξάνει την έντασή της με ρυθμό που προμήνυε ένα όχι ιδιαίτερα ευχάριστο κλίμα συζήτησης. Τουλάχιστον για τον Βύρωνα ο οποίος συνέχιζε να κοιτάει σφιγμένος το πάτωμα. «Να σου θυμίσω πως είσαι από τους λίγους που δεν είναι σαν εμάς αλλά δουλεύουν για μας. Δε μας αρέσει να απογοητευόμαστε από σας.». Μια σταγόνα ιδρώτα κύλησε από το μέτωπο του Βύρωνα, για να καταλήξει στο πουκάμισό του, δημιουργώντας έναν υγρό, κυκλικό λεκέ στο λευκό γιακά του. Γρήγορα την ακολούθησε μια δεύτερη. Και μια τρίτη. Σύντομα έσταζε από τον ιδρώτα που του δημιουργούσε η αβεβαιότητα του άμεσου μέλλοντός του.
«Πάρτε τον από μπροστά μου.» Πρόσταξε με σταθερό τόνο το «αφεντικό» και τρεις τύποι που βρίσκονταν στον χώρο πλησίασαν τον Βύρωνα. Οι φόβοι του είχαν επιβεβαιωθεί. Προσπάθησε να ψελλίσει κάποιες λέξεις αλλά ήξερε πως ήταν μάταιο. Αν το «αφεντικό» είχε αποφασίσει να γίνει κάτι, τότε αυτό θεωρούνταν τετελεσμένο γεγονός. Καμία άποψη, κανένα επιχείρημα ή παρακαλετό δεν θα άλλαζε την απόφασή του από τη στιγμή που εκείνη είχε ήδη παρθεί. Γνωρίζοντας πως η οποιαδήποτε αντίσταση ήταν μάταια, ο Βύρωνας παραδόθηκε στους μπράβους του «αφεντικού». Τουλάχιστον είχε κρατήσει τη περηφάνια του.
«Θέλω να ψάξετε τη πόλη». Πρόσταξε το «αφεντικό» καθώς άναβε το πολυπόθητο πούρο του. «Θέλω να βρείτε το σκύλο και το αγόρι. Το θέλω πίσω.»
«Αν είναι νεκρό; Η διαταγή ισχύει;» ρώτησε με στρατιωτικά υπάκουο ύφος ο ψηλότερος από τους μπράβους. Το «αφεντικό» άναψε το τσιγάρο, εισπνέοντας απολαυστικά τον αρωματικό καπνό που ζέσταινε τα σωθικά του.
«Το παιδί είναι ήδη νεκρό». Του απάντησε κοφτά εκπνέοντας το καπνό στο σκοτεινό χώρο. «Απλά δε το ξέρει ακόμα.»
09
Η ώρα είχε πάει 11 το βράδυ. Ο ήλιος είχε προ πολλού δύσει και το φεγγάρι έστεκε περήφανο στο κέντρο του ουρανού, προσπαθώντας όσο μπορούσε να φωτίζει με τη βοήθεια του ήλιου τη πόλη. Η πόλη ήταν άδεια. Έμοιαζε σα να εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους της για κάποια άγνωστη αιτία. Τα φώτα των στηλών της ΔΕΗ της έδιναν μια απόκοσμη κιτρινωπή όψη. Στο ξεχασμένο σοκάκι που βρισκόταν το σπίτι του Μάρκου, η μοναδική πηγή του κίτρινου φωτισμού της περιοχής, τρεμόπαιζε. Ήταν σαν κάποιος να φωτογραφίζει το σπίτι με φλας κατά διαστήματα. Κάτω από το κεφαλόσκαλο του σπιτιού του Μάρκου, μια σκοτεινή φιγούρα, ακαθόριστου σχήματος παραμόνευε στα κρυφά. Ανά διαστήματα, το φως που τρεμόπαιζε μεγάλωνε τη σκιά της δίνοντας της τρομακτική όψη και τεράστιες διαστάσεις.
«Μάρκο;» μια φωνή ακούστηκε σα ψίθυρος που αντιλαλούσε σε κάποιο τούνελ. «Μάρκο μ’ ακούς;» «Δε μπορεί, θα ονειρεύομαι...Μια φωνή με φωνάζει.» «Μάρκο, αγάπη μου;» «Η Ζωή. Με φωνάζει η ζωή.» «Μάρκο πρέπει να ξυπνήσεις». Η φωνή πλησίαζε ολοένα και περισσότερο, χάνοντας τον αντίλαλο που τη χαρακτήριζε. Ένα απότομο σκούντημα έκανε το Μάρκο ν’ ανοίξει τα μάτια του τρομαγμένος.
«Ηρέμησε, εγώ είμαι, η Ζωή! Η κοπέλα σου, θυμάσαι;». Ο Μάρκος κοίταξε το ρολόι στο τοίχο. «Ωχ, η ζωή... είχαμε ραντεβού στις 9:00. Άντε να της εξηγήσω τι μου συνέβη...και να με πιστέψει...»
«Μάααρκοοο, με θυμάσαι έτσι;» τον ρώτησε ελαφρώς εκνευρισμένη κουνώντας το δείκτη της μπροστά από τα μάτια του. «Η Ζωή, που την έστησες για πολλοστή φορά; Στην αρχή νόμισα πως κάτι έπαθες όταν προσπαθούσα να σε πάρω τηλέφωνο και δε μου απαντούσες. Έτσι, χρησιμοποίησα τα κλειδιά έκτακτης ανάγκης που μου είχες δώσει και ήρθα σπίτι σου. Καλά δεν έκανα; Αν αυτό δεν ήταν έκτακτη ανάγκη, τότε τι ήταν; Άλλο βέβαια που εσύ κοιμόσουν όσο εγώ ανησυχούσα...» «Θεέ μου, κάποιος να τη σταματήσει. Όταν η Ζωή αρχίζει να μιλάει για παράπονα, δε σταματάει και καταλήγει να γίνεται ανυπόφορη.»
«Ζωή σε παρακαλώ, άκουσέ με. Μου συνέβησαν διάφορα πράγματα σήμερα. Ανεξήγητα πράγματα. Έζησα καταστάσεις που δεν έχω ξαναζήσει στη ζωή μου.» Της τα είπε όλα. Για την UVF, για το γιατρό και το σκύλο και πως στη τελική ξέφυγε απ’ όλα αυτά. Η Ζωή τον κοιτούσε περίεργα. Για ένα ανεξήγητο λόγο, ο Μάρκος ένοιωσε πως τον πίστευε στη τελική. «Τι πήγαν να σου κάνουν...» ψέλλισε εκείνη και καθούμενη δίπλα του, έσκυψε το κεφάλι.
«Γι’ αυτό σου λέω βρε Ζωή μου, πάμε να φύγουμε όσο είναι καιρός.» Έσκυψε να τη φιλήσει. Πρώτα στο μέτωπο, μετά στο μάγουλο, στο στόμα. Της χάιδεψε τα μαλλιά, παραμερίζοντάς τα με αργές κινήσεις, με σκοπό να τη φιλήσει στο λαιμό, το αγαπημένο του σημείο. Κοκάλωσε. Δύο στρογγυλές, συμμετρικές τρύπες στόλιζαν το λευκό δέρμα του λαιμού της αγαπημένης του. Έμοιαζαν με ανοιχτές πληγές. Σηκώθηκε έντρομος από το κρεβάτι κάνοντας απρόσεκτα βήματα προς τα πίσω. Κοίταξε το καθρέπτη. Δεν έβλεπε είδωλα. Ούτε το δικό του, ούτε της Ζωής.
«Ώστε έγινε τελικά». Του απάντησε κοφτά η Ζωή.
«Τι στο διάολο συμβαίνει εδώ πέρα; Γιατί έχουμε τα ίδια σημάδια στο λαιμό; Αυτό δεν είναι αράχνη! » ξέσπασε ο Μάρκος.
«Με έστειλαν από τη UVF. Πρέπει να καταλάβεις. Πρέπει να πάρεις το φάρμακο. »
«Τι στο καλό έχω! Τι άγνωστος ιός ρέει μέσα μου; »
«Δεν είναι ιός και δεν είναι καθόλου άγνωστος. Πρέπει να καταλάβεις. Το έκανα για μας. Τι νομίζεις σημαίνει UVF; »
«Unknown Viruses Facility. Δηλαδή Μέρος που εξετάζουν άγνωστους ιούς. »
«Αυτό μωρό μου είναι το κάλυμμά τους. UVF είναι τα αρχικά από το: United Vampire Federation. Είσαι ένας από μας.»
«Μα πως... Πως έγινα; »
«Χθες το βράδυ. Δε σε δάγκωσε αράχνη. Ήμουν εγώ. Εγώ σε δάγκωσα. Μετά τους πήρα τηλέφωνο και σε πήραν. Το έκανα για μας. Να είμαστε για πάντα μαζί. Να έχει ο ένας τον άλλο όπως είχαμε υποσχεθεί. »
«Εσύ; Μα πως! »
«Με πλησίασε ένας μαυροντυμένος άντρας. Μου συστήθηκε ως «το αφεντικό». Μου υποσχέθηκε πως αν με δαγκώσει θα ζήσω για πάντα. Το έκανα για μας! »
«Εμένα ποιος με ρώτησε! Ποιος ενδιαφέρθηκε τι θέλω εγώ! » ο Μάρκος είχε γίνει έξω φρενών.
«Έλα μωρό μου, ηρέμησε. Πάμε πίσω στη UVF. Μου υποσχέθηκαν πως αν σε φέρω πίσω δε θα σε πειράξουν. »
«Δε ξανακλείνομαι σε εκείνο το μπουντρούμι. Δε θέλω να είμαι ένας από σας».
«Κάντο για μένα! »
«Φύγε από μπροστά μου».
«Μη μου το κάνεις αυτό, σε θέλω». Η Ζωή σηκώθηκε από το κρεβάτι και πλησίασε το Μάρκο να τον αγκαλιάσει. Εκείνος της έδωσε ένα χαστούκι, βάζοντας ίσως λίγο παραπάνω δύναμη απ’ ότι υπολόγιζε. Η Ζωή έπεσε στο πάτωμα αναίσθητη. Ο Μάρκος δεν ήξερε τι να κάνει. Ένοιωθε πολύ περίεργα. Λες και το αίμα είχε παγώσει στις φλέβες του. Ή μάλλον, λες και δεν έρεε καθόλου αίμα! «Ποιος το περίμενε... έγινα κάτι που δε πίστευα καν πως υπήρχε. » μονολόγησε και κοίταξε την αγαπημένη του που βρισκόταν αναίσθητη στο πάτωμα. Η ερωτική επιθυμία που νόμιζε ότι ένοιωθε μεταφράστηκε γρήγορα σε δίψα. Ένα συναίσθημα εντελώς πρωτόγνωρο για το Μάρκο. «Τα δόντια μου...με πονάνε! Τι στο καλό! ». Έσκυψε να τη φιλήσει. Πρώτα στα μάγουλα, μετά στα χείλη. Της παραμέρισε τα μαλλιά αναδεικνύοντας το κατάλευκο δέρμα της. Έσκυψε να της φιλήσει το λαιμό. Χωρίς να το καταλάβει, οι κυνόδοντες του που είχαν επιμηκυνθεί αρκετά, βρίσκονταν ήδη μπηγμένοι βαθιά στο λαιμό της αγαπημένης του, ρουφώντας όσο αίμα μπορούσαν με μανία. «Βήματα. Οι άντρες τις UVF. Με βρήκαν γαμώτο». Με γρήγορες κινήσεις, ο Μάρκος έφυγε με ένα σάλτο από το μπαλκόνι, προσγειώνοντας το κορμί του μπροστά από το κεφαλόσκαλο, χωρίς να νοιώσει το παραμικρό πόνο. Εκεί τον περίμενε μια έκπληξη. Το μεταλλαγμένο σκυλί στο οποίο κατά λάθος είχε δώσει το Β11 τον κοιτούσε στα μάτια. Μόνο που ήταν ήρεμο, υπάκουο. Ο Μάρκος παραξενεύτηκε.
«Εδώ είναι, από δω όλοι». Τέσσερις άντρες της UVF είχαν περικυκλώσει το Μάρκο και το περίεργο αυτό σκύλο. Το σκυλί στη θέα των ανδρών αυτών άρχισε να γρυλίζει. Με ένα σάλτο βρέθηκε πάνω σε έναν φρουρό, ξεριζώνοντας του τη καρωτίδα. Ακολουθώντας το παράδειγμα του σκύλου ο Μάρκος βρέθηκε σε ανύποπτο χρόνο πίσω απ’ το δεύτερο στρατιώτη μπήγοντας τα δόντια του στο λαιμό του απολαυστικά. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ουρλιαχτά και πυροβολητά. Μετά τίποτα. Στο σοκάκι έπεσε η αρχική νεκρική σιγή που το χαρακτήριζε. Στο βάθος, μπορούσε κάποιος να διακρίνει τις φιγούρες ενός σκύλου και του αφεντικού του, να χάνονται στο πυκνό σκοτάδι της νύχτας.
---ΤΕΛΟΣ---
Δημήτρης Κόνταρης
Tuesday, December 13, 2005